0

Ήταν ο πρώτος χειμώνας της ΕΟΚΑ. Κι ο Πέτρος Γιάλλουρος ο τρίτος νεκρός μας. Πρώτος ήταν ο Μόδεστος Παντελή, που έπεσε την πρώτη νύχτα της εποποιίας, εκείνος που οριοθέτησε την αφετηρία των ηρωικών θυσιών. Δεύτερος ήταν ο Χαράλαμπος Μούσκος. Έπεσε στη μάχη των Σόλων στις 15 Δεκεμβρίου 1955. Τον θάψαμε στη Λευκωσία, την αλησμόνητη βροχερή μέρα της ανοιχτής αντιπαράθεσης των δυνάμεων της ελευθερίας με τα όργανα της αποικιοκρατικής καταισχύνης. Κι ακολούθησε η φλογισμένος σκυταλοδρόμος της Καρπασίας.
Το άγγελμα του θανάτου με βρήκε στη Γιαλούσα. Ένας φίλος με φώναξε: Τ’ άκουσες; Σκότωσαν ένα δικό μας. Ήταν ο σημαιοφόρος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου. Ριζοκαρπασίτης. Ο Πέτρος Γιάλλουρος.
Η θλιβερή είδηση διαδόθηκε αστραπιαία. Σκότωσαν ένα δικό μας, ένα μαθητή, τον Γιάλλουρο.
΄Εσυραν τα βήματά τους τα κοπέλια κατά την εκκλησιά, άρπαξαν το σχοινί κι η θρυλική καμπάνα του Αρχαγγέλου βάλθηκε να μεταδίδει το νεκρικό αχολόϊ που άνοιγε τις πηγές των δακρύων από των Πυρών Ποταμό ως το Γλυκοποτάμι και σημάντριζε το μοιρολόϊ του κόσμου, που ήξερε, πως προάγγελος της λευτεριάς είναι το κλάμα, μονοπάτι του λυτρωμού η αιματοσυρμή και δείκτες της πορείας των θυσιών οι αλλεπάλληλοι βωμοί.
Βυθίζομαι στο χρόνο και θωρώ τα γεγονότα να παρελαύνουν στην αραιή πάχνη της πολυκαιρίας. Τόσα χρόνια κύλησαν από τότε. Ολόκληρη ζωή. Κι όμως, ήταν τόσο έντονοι οι βηματισμοί της ιστορίας που ακόμα αντιλαλούν στη μνήμη.
Αναταράχτηκε ο Λαός. Οι άνθρωποι κινούνταν αργά, σιωπηρά, σαν να καρτερούσαν το ξέσπασμα της καταιγίδας από στιγμή σε στιγμή. Βιάζονταν να μεταδώσουν το φοβερό μαντάτο σε γυναίκες και παιδιά και ν’ ανασκουμπωθούν για να πιάσουν στα ροζιασμένα χέρια τον κασμά του αγώνα. Να σκάψουν την κακοτράχαλη γη, να σπείρουν τη λευτεριά, να την ποτίσουν με το ζεστό αίμα του Πέτρου, να πεταχτεί το αιμοβόρο δέντρο, να δρέψει και να γευτεί το λυτρωμό.
Θυμάμαι τον κόσμο με την ψυχή βαρυπενθούσα, σκυθρωπά τα πρόσωπα, βουβό, να κατεβαίνει από την Αγία Σολομονή, ν’ ανεβαίνει από την Καλαμιά, από τους Κήπους, το Λιμιώνα. Αγρότες, ψαράδες, εργάτες, υπάλληλοι, δάσκαλοι, ιερείς, συνάγονταν στον κεντρικό δρόμο της κωμόπολης που οδηγούσε στο Ριζοκάρπασο. Είχε μαθευτεί πως το λείψανο θα περνούσε από τη Γιαλούσα. Τέσσερεις- πέντε το απόγευμα, ο ουρανός σκουντρωμένος κι η προαιώνια βοή της φουρτούνας από τα άντρα του Δαιμονιάρη να συνοδεύει τον θρήνο του Λαού π’ αγκομαχούσε στην ορειβασία του χρέους.
Οι μαθητές κι οι μαθήτριες του Ελληνικού Γυμνασίου Αιγιαλούσης είχαν παραταχθεί στις δυο πλευρές του δρόμου. Κι όταν φάνηκε η νεκρική πομπή ευλαβική σιγή κυριάρχησε. Σήκωναν οι συνοδοί το φέρετρο και προχωρούσαν με βήματα βαριά. Θυμάμαι τον Πάμπο Χαραλάμπους, το ποδοσφαιριστή, άλλους συναγωνιστές της Ανόρθωσης, Βαρωσιώτες. Σαν έφτασε η σορός στο τυπογραφείο του Παναγιώτη Κούμουρου, το κέντρο του αγώνα της ΕΟΚΑ, μυριόστομος δόνησε το χειμωνιάτικο δειλινό ο Εθνικός μας Ύμνος και στεντόρειες οι Ενωτικές ιαχές συγκλόνισαν την ελληνική κωμόπολη, το κέντρο της ΕΟΚΑ, που παρατάχθηκε για ν’ αποχαιρετήσει τον ήρωα και να διατρανώσει ακόμα μια φορά πως «τ’ αντρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη».
Δεκάδες τ’ αυτοκίνητα της πένθιμης φάλαγγας ακολουθούσαν το ένα το άλλο. Και στο τέλος προστέθηκαν οι Γιαλουσίτες.
Μέχρι να φτάσει η πομπή στο Ριζοκάαρπασο, η ακραία εκείνη προφυλακή του Ελληνισμού ήταν τυλιγμένη στο εσπερινό μισοσκόταδο.
Η νεκρώσιμη ακολουθία ψάλθηκε στο φως των καντηλιών και των κεριών του Αγίου Συνεσίου. Τον ήρωα αποχαιρέτησε ο Φιλόλογός του, ο Γιάννης Αναγνωστόπουλος. Σωρός τα στεφάνια. Πάνω απ’ όλα του Διγενή.
«Ο Αρχηγός στο γενναίο παλληκάρι». Και της Οργάνωσης «Στον ήρωα της Λευτεριάς- ΕΟΚΑ».
Τότε δεν υπήρχε ηλεκτρισμός στην Καρπασία. Ήταν προπύργιο της απελευθερωτικής διεκδίκησης. Το 1912 στη Γιαλούσα συγκροτήθηκε το μεγάλο συλλαλητήριο για την ένωση. Το πρόβαλαν οι εφημερίδες. Το 1919 οι Γιαλουσίτες τράβηξαν πεζοί στο Βαρώσι, να μπουν σε καράβι να παν στην Σμύρνη να βρουν τον Βενιζέλο. Μα το πλοίο δεν τους παράλαβε γιατί δεν είχαν τα ναύλα! Και θλιμμένοι σε μια πορεία καημών πήραν τη στράτα του γυρισμού. Στον πόλεμο κατατάχτηκαν με θέρμη, πιστεύοντας πως στο χάος της οικουμενικής αναταραχής θα έπειθαν τους «συμμάχους» να κηρύξουν την ένωση με την Ελλάδα΄. Άλλωστε οι Εγγλέζοι είχαν γράψει στις μετόπες των στρατοπέδων πως όσοι καταταχθούν εθελοντές θα πολεμήσουν και για την Κυπριακή λευτεριά. Στο συλλαλητήριο της 15ης Ιανουαρίου 1950 η Γιαλουσίτικη λαοθάλασσα αξίωσε την Ένωση. Την 25η Μαρτίου ο Λαός γιόρταζε την εθνική επέτειο με φουστανέλες. Στο σύλλογο «Πρόοδος» οι Αριστεροί με ευζώνους που χόρευαν και στο σωματείο ΕΧΑΝ οι δεξιοί με έναν φουστανελά. Και στον αγώνα της ΕΟΚΑ η κωμόπολη πρωτοπόρησε μια νύχτα που κατέβηκαν στο σπίτι του Σεμερτζάκη, καθηγητή από την Κρήτη, ο Αντώνης Παπαδόπουλος κι ο Παύλος Παυλάκης. Όρκισαν τα πρώτα μέλη της Οργάνωσης. Εκεί έγινε και το πρώτο σαμποτάζ με δυο μαθητές της Δ΄ τάξης. Τον Θανάση Μιχαήλ και τον Γιάννη Σπανό. Πήγαν με δυο μικρά πιστόλια, δυο ιταλικές χειροβομβίδες «Κόκκινος Διάβολος» και βόμβες από σωλήνες και χτύπησαν τη μηχανοκίνητη στρατιωτική περίπολο στην κούρβα της Πογιατζίνας. Τις νύχτες τα κοπέλια κάθονταν σε ενέδρα στου Χωματά. Η προφυλακή από τον Γιαννάκη Ζαχαρούδη και τον Λεοντή Τσίρτο με δυο χειροβομβίδες ανατίναξαν το εγγλέζικο φορτηγό του Ακάμα. Πέθανε ένας στρατιώτης. Όταν ο ΟΗΕ απέρριψε το αίτημα για την Ένωση έγινε διαδήλωση. Οι Εγγλέζοι οδήγησαν διαδηλωτές στο δικαστήριο Αμμοχώστου κι εκείνοι παρουσιάστηκαν με γαλανόλευκες φανέλες με το σύνθημα «ΟΧΙ» στο στήθος!…
Στις 7 Φεβρουαρίου 19 57 ο κόσμος άναψε λουξ και φανάρια πετρελαίου. Και με σημαίες συνόδεψε τον Πέτρο Γιάλλουρο στη γενέτειρά του. Θάταν περασμένες οι 6.30΄. Χειμώνας, νύχτωσε νωρίς. Έβρεχε κι η διαταγή του δήμιου της Κύπρου, του κυβερνήτη σερ Τζων Χάρτινγκ, ήταν ρητή. Ο νεκρός έπρεπε να θαφτεί την ίδια μέρα. Χωρίς να περιμένουν τους γονιούς του από την Αγγλία. Κι ο Πέτρος Γιάλλουρος θάφτηκε νύχτα, στη γενέτειρά του στο αμυδρό φως των φαναριών, με τη συνοδεία μιας λαοθάλασσας που έψαλλε, έκλαιγε κι άπλωνε τη βροντερή ενωτική κραυγή του αγώνα στο έρεβος της σκλαβιάς που σκέπαζε το Ριζοκάρπασο. Έτσι διεξαγόταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ. Έτσι αγωνίζονταν τα παλληκάρια. Έτσι πέθαιναν. Έτσι θάβονταν. Γι αυτό έμειναν αθάνατοι, για να διδάσκουν τους λαούς πως οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι.

Comments are closed.