0

Τα ημερολόγια της ιστορίας φέρνουν στις θύμισες τους δυνατούς παλμούς των καρδιών που χτυπούσαν τα τύμπανα του τρόμου και τα σφαγεία του επιδρομικού πολέμου που αποβίβασαν στο νησί οι χρόνιοι λεηλάτες των εθνών. Το 1974 ο τουρκικός φόβος σκέπασε τον ουρανό και η άκρα απελπισία άνοιξε τους τάφους των προσδοκιών σε ατμόσφαιρα που πάγωνε τη ζωή η απόγνωση από την έλλειψη κάθε αισθήματος ασφάλειας. Ο κόσμος έβλεπε την τουρκική αεροπορία να βομβαρδίζει την πατρίδα, έβλεπε τον πολεμικό στόλο του εχθρού να αποβιβάζει την κοασμοχαλασιά, τα τουρκικά τάγματα να σπέρνουν το θάνατο και άκουε τις σπαρακτικές κραυγές των απροστάτευτων γυναικών να καλούν σε βοήθεια που δεν υπήρχε κι οι ελπίδες πνίγονταν στην απόλυτη απόγνωση των κτηνωδών βιασμών που μετέτρεπαν την πραγματικότητα σε κόλαση. Σε τέτοια κατάσταση παρακολουθούσαμε εμβρόντητοι τις μέρες του δεύτερου κύματος εισβολής, του Αυγούστου 1974 και ακούγαμε τις ειδήσεις όπως τις μετέδιδαν οι λίγοι ξένοι ανταποκριτές που τα βράδια συνάγονταν σ’ ένα ημιϋπόγειο ταβερνάκι της πανικόβλητης Λευκωσίας, την «Απόφαση», απέναντι από την μαρμάρινη προτομή του εθνικού μας ποιητή. Ήταν Ρώσος, ο Γκαριγκίν Σιαχουνιάν, του «Νόβοστι», ένας Ιταλός, ένας Σέρβος κι ένας δυο Εγγλέζοι που τους κερνούσαμε κρασί του βαρελιού και μας ενημέρωναν για τη δυστυχία που προέλαυνε θανατικά από την Κερύνεια στην Καρπασία, διασχίζοντας τη Μεσαορία καίγοντας τους σιτοβολώνες και σκλαβώνοντας τις παρυφές του Πενταδακτύλου που οδηγούσαν στη χερσόνησο των Μαρτύρων και των Αγίων της Χριστιανοσύνης και του Ελληνισμού. Κι ακούγαμε τα γεγονότα να ταρακουνούν τα σπλάχνα μας στις 19 Αυγούστου, πως ο τούρκικος στρατός πατούσε κάθε μέρα πιο βαθιά τη γη μας κι έφτανε στην έπαλξη της ζωής μας στη Γιαλούσα. Εκεί είχαν μείνει πεισματικά δυο- τρεις χιλιάδες Έλληνες, αρνούμενοι να υποδεχτούν τον κατακτητή, ανυπότακτοι στην απάνθρωπη θέληση του εισβολέα. Κι οι ειδήσεις σαν θρύλος έφταναν σ’ εμάς σεισμός που συγκλόνιζε την υπόσταση κι οι πληροφορίες σαν επιθανάτιος θρήνος πως οι Τούρκοι βασάνιζαν τον Λαό, πως κουβάλησαν τις γυναίκες στο εργοστάσιο των καπνών και πως άπλωναν την ζωή κάτω από ένα σάβανο απόλυτης αηδίας κι απανθρωπιάς. Εκεί κι οι γέροντες γονείς, οι συγγενείς κι οι φίλοι, ανυπεράσπιστοι, απελπισμένοι, ζωντανοί- νεκροί στα αιμοσταγή χέρια του ανηλεούς επιδρομέα.
Δεν ήταν δυνατή οποιαδήποτε τηλεφωνική, έστω, επικοινωνία. Καμιά είδηση, καμιά επαφή. Αδιαπέραστη η μαύρη αυλαία του δράματος που εξελισσόταν βάρβαρα στις σκοτεινές σκηνές του απλησίαστου πανικού. Κι η υποτακτική φωνή από την Αθήνα να επιβεβαιώνει πως «λόγω αποστάσεως δεν ήταν δυνατή» η παρέμβαση της μητρός πατρίδος! Και άφαντοι στη σιγουριά των καταφυγίων τους οι συνταγματάρχες κι οι στρατηγοί που πρόδωσαν και παράδωσαν την Κύπρο στον προαιώνιο εχθρό, χωρίς να τιμούν τον Λεωνίδα των Θερμοπυλών του 480, τους αετούς της Πίνδου του 1940. Πνιγμένη η κραυγή «αέρα» των χιονισμένων βουνών της Ηπείρου, χαμένη στον ορυμαγδό των ερπυστριών των τάνκς η βροντή του Αυξεντίου «Μολών Λαβέ», και στον αγέρα να αναπετάει σαν κομμένο καρυδόφυλλο η παράδοση, με την εγκατάλειψη της Καρπασίας από το τάγμα των Ακράδων, του Βαρωσιού από την οπισθοφυλακή Ζαρκάδα και στον Απόστολο Ανδρέα η έπαρση της αιμάτινης σημαίας με το μισοφέγγαρο…
Και όπως ο χαμένος στην τραμουντάνα πιάνεται από τα σπασμένα από θεομηνία κλωνάρια για να μην παρασυρθεί από τους ανέμους, βρήκα μια διέξοδο στην αγωνία. Τηλεφώνησα στον Τζαφέρ, δημοσιογράφο του τουρκοκυπριακού ραδιοφώνου «Μπαϋράκ». Καρπασίτης κι εκείνος, καταγόταν από τη Λιθράγκωμη, ο πατέρας του, ο Κάϋζερ, ερχόταν στη Γιαλούσα, γνωριζόταν με τον πατέρα μου. Ο Τζαφέρ μετέδιδε το καθημερινό σχόλιο του σταθμού του στα πλαίσια της τουρκικής προπαγάνδας. Γνωριζόμασταν «συναδελφικά», δημοσιογραφικά, τον ρώτησα: Τζαφέρ, οι γέροντες γονείς μου έμειναν στη Γιαλούσα. Δεν γνωρίζω αν ζουν, αν τους σκότωσαν. Δεν υπάρχει τρόπος επικοινωνίας. Τα πράγματα είναι δραματικά. Μπορείς να με πληροφορήσεις αν υπάρχουν; Κι ο Τουρκοκύπριος συνάδελφος μου απάντησε: Θα δοκιμάσω. Περίμενε. Πέρασαν δυο τρεις μέρες αγωνίας κι η απάντηση ήρθε από τον «Μπαϋράκ» την ώρα του σχολίου: «Και τώρα κάτι για τον συνάδελφο Γιάννη Σπανό. Ο πατέρας του κι η μάνα του είναι καλά στη Γιαλούσα. Του εύχονται να είναι καλά και να περνά όπως κι οι ίδιοι»… Ο Τζαφέρ πήρε τ αυτοκίνητό του, πήγε στη Γιαλούσα, δυο ωρών άθλια διαδρομή στο στενό, εγγλέζικο δρόμο της εποχής κι έστειλε το μήνυμα της ανθρωπιάς του, στα πλαίσια, βέβαια των δεδομένων… Ήταν μια ενέργεια που απεδείκνυε πως ήταν πάντα δυνατή η φιλική επικοινωνία στο Νησί, ακόμα και σε συνθήκες ολέθρου…
Εκείνο τον καιρό έφτασε στη Λευκωσία μια ομάδα δημοσιογράφων του «Θέϊμς T.V.”από το Λονδίνο. Τους ανακάλυψε ο Νίκος Φαλάς. Μου γνώρισε τον Πήτερ Ντέντον. Του μίλησα. Εισηγήθηκα μετάβαση του τηλεοπτικού κλιμακίου στη Γιαλούσα. Πήρε ένα γράμμα για τον πατέρα μου. Το παρέδωσε σ’ ένα βρακοφόρο που συνάντησε στο δρόμο. Εκείνος το έδωσε τρεχάτος στον προορισμό του. Κι από χέρι σε χέρι κυκλοφόρησε η ελπίδα σε χρόνο απελπισίας…
Πάντα υπάρχει ελπίδα, δυνατότητα επαφής, επικοινωνίας, και υπό τις πλέον δυσμενείς συνθήκες ζωής. Ακόμα και σε μέρες απόγνωσης και άκρας απελπισίας. Στα πλαίσια του ανθρωπισμού και της επιτρεπτής ενέργειας, η ανθρώπινη επαφή είναι ο καλύτερος τρόπος επιβίωσης και πορείας προς το μέλλον, εφ όσον υπάρχουν άνθρωποι που σκέπτονται και ενεργούν σύμφωνα με τον κώδικα της δικαιοσύνης και των άχρονων ηθικών νόμων του πολιτισμού.

Comments are closed.