0

Αν είχα τη δυνατότητα να οδηγήσω στην ιστορία της δόξας, στα μονοπάτια των ιερών υποχρεώσεων, θα τραβούσα στο Προεδρικό. Και θα ζητούσα από τον Πρόεδρο της Πατρίδας μας να με συνοδεύσει στον χρόνο. Σε μια περιήγηση μισού αιώνα. Για να δούμε 108 Έλληνες που περιμένουν μισό αιώνα τώρα, να έχουν μια συνομιλία με τον ηγέτη που τον πότισαν με το αίμα τους και τον ξεδίψασαν από την δίψα της Ιουλιανής κάψας στην πυρπολημένη από τη φωτιά του ήλιου γη. Θα τον έπαιρνα στα καταράχια του Μαχαιρά που καίγεται ακόμα ένα κορμί, στις παρυφές του Πενταδακτύλου που ακόμα αναδύονται καπνοί από ένα κρησφύγετο που ανατίναξαν οι Εγγλέζοι. Θα τον περνούσα από τις Κεντρικές Φυλακές. ΄Από την κρεμάλα που έπνιξε εννιά παλληκάρια που έψαλλαν επιθανάτια εμβατήρια λευτεριάς κι έμπαιναν στον Άδη τραγουδώντας. Και θα τον συνόδευα σε συναυλίες τριών χιλιάδων μαρτύρων που ασφυκτιούσαν στα Κρατητήρια κι άλλων χίλιων δεκατεσσάρων που ζούσαν στην φυλακισμένη παγωνιά της σκλαβιάς μήνες και χρόνια. Και στερνά θα τον περιόδευα στα βουνά της Πιτσιλιάς, στα κρησφύγετα των ορέων που το αντάρτικο μετέτρεψε σε κάστρα ανθρωπιάς. Σε Κερυνειώτικα φαράγγια ήμερα, σε Καρπασίτικα ακρογιάλια όπου ο πόθος ήταν προσφάϊ του πόνου και βάλσαμο παρηγοριάς στις πληγές από τις λόγχες του κατακτητή, όταν οι ομάδες του κόσμου συγκρούονταν άγρια με την ξένη τυραννία για τιμή κι αξιοπρέπεια. Και θα καταλήγαμε σε μια κατόπτευση των ατιμασμένων μνημείων του πολιτισμού της Αχαιών Ακτής, στις πόλεις και στα χωριά της Μεσαριάς, της Μόρφου, της Χώρας που μιαίνονται από τον βάρβαρο επιδρομέα. Και θα καταλήγαμε στον στίβο του Αχυρώνα, όπου δοξάστηκε η ανδρεία από την ηρωικότερη σκυταλοδρομία του θανάτου των ανταρτών που πέθαιναν φωνάζοντας τη λευτεριά να τους στεφανώσει με νικητήρια δάφνη στο χώμα που θα τους σκέπαζε. Κι εκεί στα μέρη που γυρνούσαμε, θ’ άνοιγα κουβέντες με τους νεκρούς. Και θα τους ρωτούσα να ειπούν τα παράπονά τους στον αρχηγό του Κράτους. Και θ’ ακούγαμε πικρές θύμησες και φαρμακωμένα λόγια. Ίσως να βλέπαμε και κανένα φευγάτο δάκρυ για τις ορφανεμένες οικογένειες, τους χαροκαμένους γονείς που έθαψαν τις ελπίδες τους για την πατρίδα, τις μαυροφορεμένες νέες κοπέλες που τουρτούριζαν στην ψύχρα της μοναξιάς γατί έχασαν τη θέρμη της αγάπης για την Πατρίδα. Ίσως να γινόμασταν ακροατές καημών για παιδιά που μαράζωσαν στην ανεργία, για νέους που διώχθηκαν γιατί δεν δείλιασαν στις πλεκτάνες πολιτικών δούλων στον κομματισμό, γιατί δεν έγλειψαν βρώμικες ποδιές απάτριδων. Ίσως στην αποχώρηση να μας συνόδευαν αντίλαλοι κατάρων που χτύπησαν την περηφάνεια και στη σκιά φαντασμάτων που έκλαιγαν για αδικίες. Κι ως να φτάσουμε στον τόπο εκκίνησης θα σκοντάφταμε σε ερωτήματα πικρά:
Γιατί διορίζονται σε θέσεις ιστορίας, μνήμης, δράσης, δόξας, κομματικοί λακέδες που δεν ίδρωσαν να τιμούν τον ηρωισμό, που δεν φτυάρισαν δυο μέτρα γης για τους νεκρούς, που δεν πείνασαν, δεν χάρηκαν, δεν μετάλαβαν από το αγιοπότηρο της ευγνωμοσύνης μια γουλιά κρασί που θα γλύκαινε τους κόπους τους. Τι γύρευαν σε Συμβούλια στοιχεία που όταν ανοίγουν το στόμα τους σε κενοτάφια δοξασμένων φτύνουν ανοησίες και μαρτυρούν ασχετοσύνη γιατί όταν δίπλα έπεφταν νεκροί αγωνιστές εκείνοι χασμουριόνταν ή σιγοτραγουδούσαν. Πώς πέρασαν είδωλα που υπέκυψαν σε παρασκήνια όπου εκχύλιζε το πολιτικό συμφέρον και στήνονταν από ξένες υπηρεσίας σκιάχτρα θεατρινικού πατριωτισμού συσσωρεύοντας θρασείς ισχυρισμούς και παραμύθια.
Είναι κοινές οι απορίες για την επιλογή καφενόβιων κι αργόσχολων αρνητών των αγώνων που δεν μπορούν ν’ αρθρώσουν λέξη μπροστά στους τάφους των νεκρών αλλά ορθώνονται προσβλητικά σε τιμητικές «ευκαιρίες» όχι γιατί πρόσφεραν αλλά γιατί ευνοήθηκαν.
Γιατί γράφονται σήμερα αυτά τα μάλλον επικριτικά; Γιατί οι έμμεσες κατηγόριες; Γιατί η περιήγηση; Γιατί πλησιάζει η ανανέωση επιτροπών από τον κύριο Πρόεδρο και γιατί πρέπει να σταματήσει η ικανοποίηση της καμαρίλας που υπηρετεί έμμισθες υστεροβουλίες για να εξυπηρετήσει κυνηγούς της ευκαιρίας. Γιατί είναι απαράδεκτο να τιμώνται με τα χρήματα του κόσμου τύποι που σπρώχνονται ψηλά από θεομπαίχτες της παραπολιτικής που καβαλικεύουν φοράδες της εκάστοτε εξουσίας. Είναι εμπαιγμός στον οποίο δεν πρέπει να αναμειχθεί ο άρχοντας της Πολιτείας. Πολιτείας που στήθηκε στους τάφους της δόξας και είναι ανεπίτρεπτο να μολύνεται με ασεβείς παρουσίες αναξιοκρατίας του κομματισμού που καιροφυλακτεί με το δηλητήριο του Γερμανού φιλοσόφου για να θάψει την μνήμη και τη φήμη ενός δυστυχισμένου Λαού που μαχαιρώνεται πισώπλατα.

Comments are closed.