0

Εξηνταπέντε χρόνια από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ και η μνήμη και το χρέος μοιάζουν γερασμένα εξακόσιων χρόνων. Γιατί αν εξαιρέσουμε τους ενδοσχολικούς εορτασμούς όπου ακούγονται παλμοί ελευθερίας και την παρέλαση φοιτητών, το περιβάλλον της σημερινής κοινωνίας δίδει τη θλιβερή εντύπωση οργάνου καταπτοημένου από την πανδημία Κορωνοϊού. Οι παλιοί βλέπουν τα γυμνά μπαλκόνια και νιώθουν την καρδιά να γοργοκτυπά από απογοήτευση, όταν ο νους θυμάται την ίδια εποχή της δεκαετίας των ηρώων. Οι πόλεις και τα χωριά, η ύπαιθρος των βουνών και των ακτών, έπλεαν σ’ ένα γαλανόλευκο πέλαγος που τα κύματά του απέδιδαν την αύρα της ελευθερίας κι οι ψυχές αναθαρρούσαν υπό βρετανική σκλαβιά στους ρυθμούς της λευτεριάς. Η νιότη πήγαινε στα σχολεία με εμβατήρια και το σύμπαν του Ελληνισμού του νότου εδονείτο από τις ιαχές των προαιωνίων εθνικών πόθων. Δεκαοκτάχονα παλληκάρια ορειβατούσαν στο αντάρτικο και τραβούσαν στις μάχες με τον πανίσχυρο εχθρό, τραγουδώντας απολυτρωτικούς παιάνες. Στους νεκρούς των μαχών η πλειοψηφία δόξαζε τους νέους κι οι μανάδες τραγουδούσαν την περηφάνια της μάνας των Καρύων: «Κάθε σαράντα τζι έναν γιον /διώ εις την πατρίδαν/ τζιαι εύχομαι πως γλήορα θα δω ελευθερίαν». Γιατί η Αυγορίτισσα ηρωομάνα έχασε δυο γιους σε σαράντα μέρες! Τον Ανδρέα στη σκυταλοδρομία του θανάτου, στον Αχυρώνα και τον Γιωρκή στη μάχη του Αστρομερίτη. Οι τελειόφοιτοι του Παγκυπρίου, μέλη Ομάδας Κρούσεως Λευκωσίας, πήγαιναν κάθε πρωί σε αναζήτηση εχθρού, αφού άναβαν το κερί τους στον Άη Γιάννη, προσευχόμενοι να ζήσουν για την επόμενη μέρα, για την επόμενη αναμέτρηση με την τυραννία. «Γεια σας παιδιά, μη φοβάστε, ζήτω η λευτεριά» ήταν ο ύστατος αποχαιρετισμός του Ευαγόρα ενώ έμπαινε στο προαύλιο της κρεμάλας. Ηταν κατά τις δέκα το πρωί, της 25ης Φεβρουαρίου 1957, που ο Άγγλος δικαστής τον καταδίκασε σε απαγχονισμό. Μας έσφιξε το χέρια όταν οι δεσμοφύλακες μας έβγαλαν τις χειροπέδες και τράβηξε με αθλητικούς βηματισμούς στη μικρή μαύρη πόρτα που άνοιγε στην κρεμάλα. Σήκωσε ψηλά το χέρι σαν σπαθί της Επανάστασης, ελαφρύ αεράκι του ανέμισε τα ολόμαυρα μαλλιά και μας φώναξε: «Παιδιά μη φοβάστε. Ζήτω η λευτεριά». Και τον ρούφηξε το προθανάτιο δέος. ΄Ηταν μόλις 19 χρόνων. Κι ο Πέτρος Γιάλλουρος, τελειόφοιτος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, με την σφαίρα του δεκανέα Χέϊζελτάϊν στο στήθος, αποχαιρέτησε τον κόσμο, στην οδό Ερμού, στο Βαρώσι, με τον αποχαιρετισμό «παιδιά πεθαίνω, ζήτω η Ένωση με τη μάνα Ελλάδα»! Ήταν η 7η Φεβρουαρίου 1956. Τον θάψαμε νύχτα, γιατί έτσι διέταξε ο Χάρτινγκ, με το φως των φαναριών θυέλλης και ανέβηκε στα επουράνια με τους μυριόστομους ήχους του Ύμνου στην Ελευθερία που συντάρασσαν την χειμωνιάτικη πλάση του Ριζοκαρπάσου.
Δεν ξεχνώ τον Παναγιώτη Παναγίδη με τον Ανδρέα Μαϊμαρίδη, να κτυπούν με βόμβες το γεμάτο με Εγγλέζους μπάρ της οδού Ρηγαίνης, τον Δημητράκη Ανδρονίκου και τον Σαββάκη Κωνσταντίνου να κτυπούν το άντρο της αγγλικής αστυνομίας στους Αγίους Ομολογητές, τον Κωνσταντίνο Ανδρέου να πετά τη χειροβομβίδα στο αγγλικό περιπολικό έξω από τον κινηματογράφο «Απόλλων», στην Ονασαγόρου, τον Αλέκο Μαυρομμάτη και τον Γιάννη Σπανό να κτυπούν με χειροβομβίδες εγγλέζικο καμιόνι με στρατιώτες στην οδό Ομήρου, τον Τάκη Ιωάννου και τον Ανδρέα Μουγή να πυροβολούν Άγγλους στα δυο μέτρα…Κι ήταν όλοι μαθητές της Στ΄τάξης του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Ο Ανδρέας Παρασκευάς μαθητής της Δ΄ τάξης του Ελληνικού Γυμνασίου Αιγιαλούσης έπεσε λίγα μέτρα από το σημείο της ενέδρας που έστησε σε φάλαγγα αγγλικών αυτοκινήτων, 1η Ιουλίου 1956. Ο Παναγιώτης Κάσπης μόλις απεφοίτησε. Ο Γιώτης Τουμάζος έπεσε στην Κοκοπετριά, ο Ανδρέας Βλάμης στη Λεμεσό, ο Αριστείδης Χαραλάμπους στον Πεδουλά, ο Λουκάς Λουκά στο Βαρώσι, ο Μάκης Γιωργάλας στη Ζωοπηγή, ο Γιώργος Μιχαήλ στην Κισσόνεργα, ο Χρύσανθος Μυλωνάς στη Γαλάτα, ο Πρόδρομος Ξενοφώντος στα βασσνιστήρια, ο Γιασουμής Χατζηθεοδοσίου στην Άχνα, Ο Ιάκωβος Χριστοδουλίδης στον Κάθηκα…
Οι μαθητές πρωτοπορούσαν στον αγώνα. Στο Θάνατο. Στα Στρατόπεδα Συγκεντρώσεως στις ομηρικές συγκρούσεις, στις πλατείες ήταν υποδείγματα ήθους. Δεκαοκτάχρονοι ζητούσαν έγκριση αποδράσεως από την «Αόρατη Αρχή». Από το πλήθος των Πολιτικών Κρατουμένων μόνο δυο δέχτηκαν ν’ απολυθούν και να μεταβούν για σπουδές εκτός Κύπρου. «Η ανθρωπιά δεν επέτρεπε αποδοχή της αγγλικής πρότασης. Πώς θα κοιτάζω στα μάτια τους συγκρατουμένους μου φεύγοντας από τα Κρατητήρια»; Ήταν η απάντηση σε ερώτηση «γιατί δεν φεύγεις»; Έμεναν με τη θέλησή τους στην ομηρία για να προσθέσουν στο φτωχό οπλοστάσιο της ΕΟΚΑ το ατομικό τους πάθος στη διεκδίκηση της ελευθερίας.
Όταν η επιτροπή οικονομικής συμπαράστασης πρότεινε δέκα λίρες, πολλοί απαντούσαν : Χρήματα; Γιατί ήμασταν μεροκαματιάρηδες όταν αγωνιζόμασταν στην ΕΟΚΑ; Κι όμως τα χρειάζονταν για να αγοράσουν ρούχα και να μην γυρίζουν στους δρόμους κουρελήδες. Για να εξασφαλίσουν θεραπείες τραυμάτων από κακοποιήσεις, από τις κακουχίες των δοκιμασιών της κράτησης. Συγκαταλέγονταν σ’ όσους αρνήθηκαν συμμετοχή στους «πανηγυρισμούς» για την Ζυρίχη και βροντοφώναζαν την Ένωση, αν και γνώριζαν τις συνέπειες που θα προέκυπταν από την άρνηση συμβιβασμού. Αυτοί ήταν που τιμούσαν τη γενιά τους το 1959! Οι σημερινοί;

Comments are closed.