0

Ο κόσμος που χρόνια τώρα χαιρόταν τους Λεμεσιανούς, κι ήταν πολλοί που θα ήθελαν να είναι Λεμεσιανοί, τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο, όταν το Λεμεσιανό σύμπαν γλεντούσε το τριήμερο των Καρναβαλιών κι  Λαός μεθούσε , τραγουδούσε  και χόρευει μέχρι να βγεί ο ήλιος, τις τελευταίες μερες αναπροσαρμόζει σκέψεις. Ιδιαίτερα, μετά τρικούβερτο  γλεντοκόπι στο παλιό λιμάνι ένα δειλινό που μάκρυνε μέχρι το ξημέρωμα. Και θύμωσαν κι έβρισαν και κακολόγισαν. Και μίλησαν για «μαζική παράκρουση» κι ακόμα για  μαζική παραφροσύνη. Γιατί ενώ διερχόμεθα δραματική περίοδο πανδημίας κι εκατοντάδες ψυχομαχούν σε μια   πρωτόγνωρη τραγική μοναξιά και σβήνουν ασυνόδευτοι στην ανελέητη μοναξιά ενός    νοσοκομείου, ένα σύνταγμα Λεμεσιανών κοροϊδεύοντας τον Θάνατο το έριξαν σε ξέφρενο γλέντι και χόρευαν με μουσική συνοδεία των φλοίσβο των κυμάτων. Και υπόκρουση τα ξηρά κουρταλίσματα της πόρτας του Χάρου όπου διαβαίνουν σε απρογραμμάτιστο ραντεβού οι υποψήφιοι νεκροί του Κορωνοϊού. Και το ερώτημα πλανάται στα λόγια των παλιών, που γνώρισαν τους Λεμεσιανούς σε χαρές, γλέντια και κλάματα:

Ποιοι επί τέλους είναι αυτοί οι Λεμεσιανοί που χορεύον και τραγουδούν στο παλιό λιμάνι χωρίς να σκέφτονται πως κουβαλούν την αρρώστια σε νέους και γέροντες,  μ’ αυτό το γλεντοκόπι, μ’ αυτή την ανεμελιά; Είναι θύματα ομαδικής παράκρουσης, μαζικής παράνοιας, Λεμεσιανής παραφροσύνης; Ανεύθυνοι, μέθυσοι, τρελοί;

Ακούστε με. Γνωρίζω τους Λεμεσιανούς χρόνια που έπαψα να μετρώ πια. Θυμάμαι έναν Κίνα που έπαιζε μπάλα στην ΑΕΛ, τη δεκαετία του σαράντα. Τον νομίζαμε…Κινέζο. Κίτρινο με μάτια σαν τραβηγμένα   στις άκρες των ματιών. Κάποια πλοία, τον «Ερμή» τον     «Πήγασο», τον «Αγαμέμνωνα» που αγκυροβολούσαν στ’ ανοιχτά και μας τσουβάλιαζαν λάντσιες στα καταστρώματά τους για την Ελλάδα, μετά τον Αγώνα, για σπουδές. Το 1959. Θυμάμαι τη Λεμεσό να γλεντά, να τραγουδά, να μεθά. Κι ακόμα τ’ ακούσματα τα φοβερά που έσφιγγαν τις καρδιές. Πως η πόλη ζούσε στο φόβο μια συμμορίας που αιματοκυλούσε την οδό Ελευθερίας και τις γύρω συνοικίες που μάτωναν  τύποι του τότε υποκόσμου…Και ο οδηγός που μας έπαιρνε από τη Γιαλούσα, μίλια αφάνταστα μακρυά: Κοπέλια μην βγαίνετε σαν βραδιάσει στους δρόμους… Μην μπαίνετε σε ταβέρνες με μαχαροβγάλτες και παρδαλές. Μακρυά από το Ζικ-Ζάκ…

Τέτοια τ’ ακούσματά μας για τη Λεμεσό. Την πόλη που μας μαγνήτιζε και μας φόβιζε από τις εύκολες κακολογίες.

Και τώρα στα γηρατειά μας προσπαθούν να μας  επηρεάσουν ερωτήματα τρομοκρατικά. Με αφορμή εκείνο το κύμα των γλεντοκόπων της απόκρεω. Που είναι    πια στόχος κατάκρισης, μόλυνσης, επιδημίας. Και με τη σειρά μου, των  82 και βάλε, και με τις θύμισες άλλων χρόνων:

Οι Λεμεσιανοί ήταν από αιώνων οι ίδιοι. Γλεντοκόποι,   ξενύχτηδες, επαναστάτες. Έχουμε κυβερνήσεις δικές μας 60 χρόνια. Πέρασαν και πρόεδροι και υπουργοί και κομματάρχες Λεμεσιανοί. Γιατί δεν σκέφτηκαν ν’ αλλάξουν τους Λεμεσιανούς; Να τους εκπαιδεύσουν  πολίτες ήμερους, νυσταλέους, άποτους;  Και καλά ο Αναστασιάδης που είναι περίπου ίνδαλμα των γλεντζέδων. Οι Λεμεσιανοί τον έχουν πρώτο. Πίνουν κρασί στ’ όνομά του.  Μα ο Κυπριανού; Κι εκείνος Λεμεσιανός. Δεν τον είχαν πρότυπο. Αν επηρεάζονταν από λόγου του αντί να ξενυχτούν θα έκοβαν ύπνους του άλλου κόσμου. Το μόνο που θ’ άλλαζαν θα ήταν το παράνομά τους. Επιμενίδες! Σαν εκείνο τον τύπο που έγειρε να πάρει ένα υπνάκο και ξύπνησε μετά από καμιά εικοσαριά χρόνια!

Οι Λεμεσιανοί είναι αναλλοίωτοι. Ακόμα κι ο συμπαθής Μουσταφά Ακκιντζί το καυχέται: «Είμαι τζι εγιώ Λεμεσιανός» δήλωσε περήφανος σαν βρέθηκε στην πόλη που τον γέννησε.

Να πάψουν οι ανίδεοι την κατάκριση. Οι Λεμεσιανοί θα γλεντούν μέχρι να βγάλει ο γάϊδαρος κέρατα. Κι όσοι τώρα με τη δική τους λογική τους κακολογούν, σαν περάσει το κακό θα θέλουν  να ’ναι  Λεμεσιανοί στις καρναβαλίστικες βραδιές. Το αναλλοίωτο φαίνεται πως κατάλαβε η ηγετική τριανδρία της αστυνομίας. Παρακολουθούσε τους καρναβαλιστές μέχρι  πρωίας από απόσταση ασφάλειας. Κάθονταν κι απολάμβαναν οι αστυνομικοί αγκαλιά με τις ασπίδες τους. Απορώ πως δεν σάλταραν κι εκείνοι στο γλέντι. Δεν άρπαξαν κανένα από τ’ αυτί. Άπλά έβλεπαν κι ειρήνευαν. Και δεν άνοιξε μύτη. Δεν άνοιξε κεφάλι. Και στο τέλος νίκησαν κι οι Αστυνομικοί. Νίκησαν κι οι γλεντοκόποι. Κι όλοι σωπαίνουμε και μονολογούμε: Κι εμείς Λεμεσιανοί!…

Κι αναρωτιέμαι: Κάποτε, πριν χρόνια, που   οι Χωραϊτες δέρνουνταν στα δημαρχιακά, κι η πλατειούλα του Κολοκάση γινόταν παλαίστρα ανάμεσα σε Κέκους και Ακελικούς, τότε που ο Ταχτακαλάς κι ο Άγιος Λουκάς δέρνονταν και δέρναν, οι Λεμεσιανοί με τον Σέρβα και τον Πιτσιλλίδη γλεντούσαν με τα ευφάνταστα πειράγματά τους. Όπως εκείνη τη νύχτα των εκλογών. Νίκησαν οι Ακελιστές. Βγήκαν στους δρόμους και γλεντούσαν τη νίκη τους. Και κάποια στιγμή πήγαν έξω από το ανώγι όπου ένας από το κόμμα των  ηττημένων είχε καταλήξει στην παρηγοριά της αμαρτίας του. Και οι κάτω τραγουδούσαν  το «Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά, στους βράχους πέφτει χιόνι». Οπότε βγήκε ο άλλος με κατεβασμένο παντελόνι στο μπαλκόνι και συμπλήρωσε με το ρεφραίν του τραγουδιού χωρίς …κάλυψη : «Κι ο Έλλην ξεσπαθώνει- ξεσπαθώνει»…Κι ο περίγυρος της κυρίας τράνταξε από τα γέλια. Οι μεν κέρδισαν στις εκλογές κι οι δε στο πείραγμα.

Comments are closed.