0

Ελάχιστες φορές το στήθος πιέζεται τόσο πολύ από το βάρος της  ιστορικής συνείδησης και της συναίσθησης των φαινομένων που καταπλακώνουν την κυπριακή πραγματικότητα. Στα 55 χρόνια της διαρκούς ενασχόλησης με τα γεγονότα, τους κατατρεγμούς, τις αγωνίες, τους φόβους, την αβεβαιότητα, οι ελπίδες δεν ήταν τόσο χλωμές και ο ορίζοντας τόσο βαριά σκεπασμένος από τα μαύρα σύννεφα που αποκλείουν τα ίχνη της αισιοδοξίας. Δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με τους ανθρώπους. Να μιλήσεις. Ν’ ανοίξεις την καρδιά σου και να αναζητήσεις ελπίδες   για το αύριο. Στα γεγονότα κατακάθεται ασήκωτη η πέτρα του αγνώστου και δεν αφήνει μια   ρωγμή φωτεινή να δώσει διέξοδο. Και είναι το άχθος της επιδημίας που έγινε πανδημία και απλώνει τη σκιά του θανάτου που κάθε βράδυ τρομάζει με τους αριθμούς των μελλοθανάτων και των υποψηφίων για τα Ηλύσια Πεδία του Ακάτω Κόσμου. Πεθαίνει ο πατέρας, η μάνα και δεν μπορούν τα παιδιά να τους αγκαλιάσουν και να τους δώσουν τον ύστατο χαιρετισμό. Φεύγουν ασυνόδευτοι με μόνη την παρουσία του παραπόνου ότι δεν τους νεκροφίλησαν τα παιδιά τους. Πεθαίνει ο φίλος και δεν μπορείς να του κουνήσεις το μαντίλι όταν σαλπάρει   για τις τρικυμίες του προαιώνιου ωκεανού του αφανισμού. Είσαι δέσμιος της ειρκτής του επερχόμενου τέλους. Και αγνοείς αν είναι το προ θυρών  τέλος δικό σου ή κάποιου αγνώστου. Αγωνιάς. Δεν ξέρεις που θα καταλήξεις. Δεν μπορείς  να προβλέψεις τη ζωή όσων απομένουν.  Στέκεσαι στο παράθυρο στο νυκτερινό έρεβος και βλέπεις έξω την απόλυτη, απαγορευμένη ερημιά. Και   στην πόρτα σου τη ρητή διαταγή: Απαγορεύεται η έξοδος μετά τις 9 το βράδυ!…Αυστηρότερα από τις απαγορεύσεις της μέρας που δεν σου επιτρέπεται  να κάνεις παρά μόνο δυο κινήσεις καθορισμένης προθεσμίας. Και ο εφιάλτης που αιωρείται στο ύψος των καρδιών. Που απλώνει τη φοβέρα της θανατηφόρας πανδημίας που απαγορεύει να συνομιλήσεις χωρίς μάσκα ή να  κάτσεις σ’ ένα εστιατότιο. Να πιείς ένα κρασί με τους παλιούς σου φίλους, να τραγουδήσεις, να γελάσεις. Νοιώθεις τον Χάρο να σε περιγελά και να σε ακολουθεί κατά πόδα. Δεν αντιλαλαμβάνεσαι από που έρχεται και με ποια διάθεση…

Η Αγωνία αναζητεί διέξοδο στην τηλεόραση. Κι αντί ανακούφισης σαν να του μεταδίδεται νεκρώσιμη ακολουθία. Ζητάς ακρόαση από τους πολιτικούς και  βομβαρδίζεσαι με πομφόλυγες για τις επικείμενες εκλογές. Αναζητάς παρηγοριά από τους αρχηγούς και τους ακούς ν΄ αλληλοκατηγορούνται. Φρεατορύχοι. Βγάζουν ο ένας τον λάκκο του άλλου. Σε στέλνουν σε κάποια πενταμερή όπου λεν πως   θα συζητηθεί κι η δικιά σου μοίρα. Μόνο που δεν τα λεν καθαρά. Θα συσκευθούν, λένε. Για την Μόρφου και για το Βαρώσι. Σε προηγούμενες συναντήσεις κρατούσαν άσπρες σημαίες μα δεν μιλούσαν   για Βαρώσι.  Και κλωτσούσαν Καρπασία, Μεσαορία , Κερύνεια, Λευκωσία,  μαχαιρώνοντας πσώπλατα Καρπασίτες, Βαρωσιώτες, Κερυνειώτες, Λευκωσιάτες. Κι οι πολιτικοί δεν κρατάνε σπαθιά να δώσουν μάχες. Τα λόγια τους μαχαιριές εμπαιγμού για σένα. Ένας λαός εξευτελίζεται με ψέματα. Κρατούν τηλεβόες που διαστρεβλώνουν αλήθεια και τυφλώνουν φόβους. Ούτε σκέφτονται πως στην άλλη πενταμερή που οργάνωσαν οι Άγγλοι  31  Αυγούστου 1955 στο Λονδίνο, μας παγίδεψαν στην απάτη.  Έχωσαν στα πόδια μας την Τουρκία, δίνοντάς  της  ρόλο κυριαρχίας που είχαν εγκαταλείψει  στη Λωζάνη το 1923. Και ότι στο βάθος καραδοκεί η πλεκτάνη νέας Ζυρίχης…

Και ενώ ο  εφιάλτης καταντά απαισιότερος, ζητάς ένα μονοπάτι να διαφύγεις και ν’ αποφύγεις  να πεθάνεις από την ασφυξία της ψευτιάς, της υπουλίας, της κοροϊδίας, της πανδημίας και ν’ αναπνεύσεις επί τέλους  αέρα καθαρό. Σου κλείνουν το στόμα οι ειδικοί σαν να  σου λένε: Μείνε δεμένος στην απομόνωση ίσως δεν πεθάνεις …Και το ερώτημα τριβελίζει το μυαλό: Μένω δεμένος, απομονωμένος, για να μην καταλαβαίνω τα μέλλοντα να συμβούν;

Κι ο νους, «έρμος κόσμος που χαλιέται» κατά τον Σολωμό, που  ξέρει 55 χρόνια πολιτικής αρχάριων στο είδος κι έμαθε τεχνάσματα  και πανουργίες εχθρών και φίλων, κι αναρωτιέσαι αν  θα μάθεις επί τέλους ανάμεσα σε πολιτικούς, επιδημιολόγους, οχλαγωγούς, κορωνοϊολόγους, αν  είναι δυνατόν   να υπάρχει διέξοδος διαφυγής από τον χαλασμό.

Αν όμως γυρίσεις στα περασμένα που έμαθες από την ιστορία των δασκάλων, θα θυμηθείς κάποιες φωνές από το παρελθόν που προειδοποιούν προμηνύματα δραμάτων. Στον νου σου θα παρουσιαστούν στο σύθαμπο των καιρών μορφές που χάθηκαν στα γκρεμισμένα όνειρα, που έσβησαν στο σάλαγο των παθών, του αδελφικού μίσους, στα κύματα της αμφισβήτησης των οχλαγωγιών που τους άναψε τη φωτιά της πυρπόλησης της πατρίδας ο πολιτικός φανατισμός, το αδυσώπητο κυνηγητό της εξουσίας, το μίσος εναντίον των αντιπάλων και η μεταμόρφωση εν μια νυκτί των φίλων, των γειτόνων, των συναγωνιστών, σε θανάσιμους εχθρούς.

Τέτοιες  φωνές, τέτοια πάθη, τέτοιες εχθρότητες, ξεπετάγονται στις οχλαγωγίες που οργανώνονται από τις κομματικές εξουσιαστικές επιδιώξεις. Τις αναταραχές που είναι προμηνύματα διχασμών και ασυγκράτητων παθών που υποκινούν τα ευάλωτα πλήθη που τρέχουν στους καυγάδες με μοιραίες μανάδες που κρατούν τα βρέφη στις αγκαλιές τους, προσανάμματα στις φωτιές που θα ξεσπάσουν. Η ιστορία προειδοποιεί…


[i] Να

Comments are closed.