0

Πολλοί από τους επιζώντες αρθρογράφους της δεκαετίας του ‘60 νιώθουν στα σπλάχνα τους ένα ρίγος σαν θυμούνται το  ημερολόγιο των μεγάλων απογοητεύσεων  από τις εμπλοκές του ΟΗΕ στο εθνικό μας πρόβλημα. Διότι στην κάθε νέα αφετηρία εμπλεκόταν η συμμορία των δυνάμεων που ενέδρευε στα πόδια μας και μας έβαζε τις τρικλοποδιές που έφερναν τις απογοητεύσεις. Σήκωναν σημαίες οι ηγέτες μας για Νέα Υόρκη και πριν σαλπάρουν παγιδεύονταν. Κι οι κατραπακιές έρχονταν βροχηδόν μια από τον Ντάλλες   μια από τον Ήντεν κι ύστερα από τον Μεντερές που οι Άγγλοι του έστρωσαν καρέκλα στο τραπέζι, 31 Αυγούστου 1959, στην πενταμερή του Λονδίνου κι έκτοτε οι Τούρκοι είναι συνδαιτημόνες μας. Δαγκώνουν τις σάρκες μας Άγγλοι, Αμερικάνοι, Τούρκοι κι έφτασαν να φάνε ως τώρα μέχρι το 37% του νησιού μας. Θυμάμαι όλα τα πρώτα ονόματα στη σκηνή του δράματός μας, τον Χάμερσκελντ, τον Ου Θαντ, τον Γκάλο Πλάζα, τον Βάλντχαϊμ, τον Γκουεγιάρ, τον  Γκάλι, τον Γκόμπι, τον Ανάν και τελευταίο τον Γκουτέρες. Και άλλοι μεν ήσαν έντιμοι με καλές προθέσεις για το ανθρώπινο πρόβλημα κι άλλοι  έπαιρναν διαταγές κατευθείαν από τα μεγάλα αφεντικά και τους υποτακτικούς τους που σκάρωναν τις σκευωρίες που μας έριχναν πιο   βαθιά στου κακού τη σκάλα. Τον Ντάουνερ, τον Νορβηγό διάδοχό του, τον Ανάν. Μόνο ο  Ου Θαντ, έβλεπε με μάτι καθαρό τα πράγματα κι έδειχνε σταθερά την προέλευση των δεινών από την τουρκική κακοδαιμονία. Κατονόμαζε στις εκθέσεις προς το Συμβούλιο Ασφαλείας τις εστίες των δεινών, ενώ ο Πλάζα έδειχνε την Ένωση σαν λύση του Κυπριακού, αλλά ούτε ο Ου Θαντ αξιοποιήθηκε, ούτε ο Γκάλο Πλάζα από τις ιδιοφυίες της πολιτικής μας ηγεμονίας.  Αντιλαλούν ακόμα τα εγερτήρια ανάμεσα σε βόγγους τιμωρίας των ατιθάσευτων. Δαρμοί, απαγωγές, δολοφονίες, διώξεις. Αντηχούν και οι παροτρύνσεις για έγκαιρη αντίσταση στα επερχόμενα. Διότι έβλεπαν τα γεγονότα άνθρωποι που δεν ανέχονταν φραγμούς στα συναισθήματα για τους επικείμενους κινδύνους. Μόνο που οι φωνές τους ηχούσαν ως φωναί βοώντων εν ερήμοις. Φωνή εν Ράμα κατά Ιερεμία. Όπως στα τραγικά κεφάλαια των Βαρωσίων και της ευρύτερης Αμμοχώστου. Όταν φώναζαν οι λίγοι και σώπαιναν οι πολλοί, από τους οποίους τώρα αφυπνισθέντες νιώθουν τους πόνους των ευθυνών  και παίρνουν θέσεις στις διαμαρτυρίες.  Αλλά μένουν άναυδοι βλέποντας τον Ερντογάν να μετενσαρκώνεται σε Λαλλά Μουσταφά του 1570 και να πατά πάλι την Κύπρο. Αντιστέκονται με λόγια και συναισθήματα που πνίγονται στους ορυμαγδούς των κατοχικών αρμάτων και στις φοβέρες των κανονιών.

Και εδώ εγείρονται μαστιγωτικά τα ερωτήματα. Οι Βαρωσιώτες, οι Καρπασίτες, οι Μεσαρίτες, τι έκαναν όταν Αμερικανοί, Καναδοί, Άγγλοι, εισηγούνταν τον Οκτώβριο του 1978 επιστροφή των Βαρωσίων, με επαναλειτουργία του αεροδρομίου υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ, επί προεδρίας Κυπριανού; Τι έκαναν με τα σχέδια Ούγκο Γκόμπι,  Βαλντχάϊμ, του 1981; Επί Πέρεζ ντε Κουεγιάρ (1.1.1982); Στην εισήγηση για επανεγκατάσταση στα Βαρώσια (1979); Στις ιδέες Γκάλι (1992); Τι έκαναν οι φίλτατοι Αμμοχωστιανοί όταν νεόφοιτοι πολιτικοί σήκωναν  άσπρα πανιά, αφήνοντας πίσω τους Αμμόχωστο, Καρπασία, Κερύνεια, Μεσαορία, Βόρεια Λευκωσία, επιχειρώντας μετακίνηση σε ειδικό κέντρο βάρους, εγκαταλείποντας μέγα μέρος του συνόλου της σκλαβωμένης γης μας;

Δεν αντιδρούμε στις κινήσεις αναθέρμανσης της ανάγκης απελευθέρωσης των Βαρωσίων. Και υποστηρίζουμε τον αναληφθέντα αγώνα. Χειροκροτούμε και συμπαριστάμεθα στα υψωμένα χέρια που απαιτούν απελευθέρωση, αντίσταση, δικαίωση. Αλλά διαφωνούμε με την τακτική των λόγων από τα ευκαιριακά βήματα και τα αλώνια των πανηγυριών. Επειδή συμβαίνει να πιστεύουμε σε αγώνες μακριά από κομματικές τυμπανοκρουσίες των εκλογών επικειμένων. Εξ άλλου η απελευθέρωση δεν είναι υπόθεση συνάξεων μερικών εκατοντάδων Ελλήνων αντί βροντερών συλλαλητηρίων, απέναντι από την τουρκική πρόκληση. Οι Καρπασίτες συγκρότησαν ογκώδες συλλαλητήριο στην ενάλια ακτή της Λάρνακας και «εβαλαν φωτιά» στους πολιτικούς που παρέστησαν με το πλήθος, κατά ομολογία φίλου πολιτικού!  Και προτίμησαν σιωπή συγκάλυψης του βοώντος πόθου. Αναστατώθηκε το σύμπαν από τη δύναμη των αξιώσεων της χερσονήσου των αγίων και των ηρώων αλλά οι πολιτικοί προσποιήθηκαν κώφωση στη λαϊκή βροντή.

Εκ των πραγμάτων διαφαίνεται ότι οι Αμμοχωστιανοί δεν είναι έτοιμοι να πρωτοπορήσουν στην απελευθέρωσή τους. Επί 46 έτη δεν προέβησαν σε ανένδοτες διεκδικήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Παρέκαμψαν με τη σιωπή τους τη συμφωνία Κληρίδη- Ντενκτάς, του Αυγούστου του 1975, για επιστροφή στη γη τους όσων απέμειναν λόγω  πολέμου στα ελεύθερα εδάφη. Οι Βαρωσιώτες παρακολουθούσαν άλαλοι τους αρριβίστες να φιλούν κατουρημένες ποδιές και σαν κορυφαίοι τραγωδίας να ικετεύουν ελευθερία. Δεν απέσειαν από τους ώμους τους τις ευθύνες που τους φόρτωναν οι ιππότες της ευκαιρίας ενώ τα χρόνια στοιβάζονταν. Πήγαιναν πότε-πότε στον Άγιο Γεώργιο τον Ξορινό,  έκαναν τρισάγιο και μετά το πανηγύρι γυρνούσαν στα σπίτια τους με ήσυχη τη συνείδηση για το τραπέζι. Άπραγοι, παρέμειναν εξόριστοι. Βγάζουν λογύδρια και φωτογραφίες. Ενώ οφείλουν ν’ αλλάξουν μορφές αγώνα,  χωρίς λόγια του αέρα και κλαψούρες. Στον αγώνα οι Αμμοχωστιανοί είχαν τους 38 από τους 108 ήρωες. Τέσσερα χρόνια συγκρούονταν με τον τότε κατακτητή. Τώρα σημαίνει εγερτήριο όσων οφείλουν να μην ξεχνούν για να ζήσουν και να δικαιωθούν.

Comments are closed.