ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ

Published on 26 February 2020 by spanos in 'Αρθρα - Σχόλια

0

Συγκινεί η επαναλαμβανόμενη πρωτοβουλία του ζεύγους Χατζηκώστα να εκδώσει τα δραματικά της Βασιλικής Φωτίου, για τρία γιγαντιαία αναστήματα του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, που η ζωή κι η επιλογή του θανάτου τους, αναβιώνουν τον ιστορικό ηρωισμό των Ελλήνων στα πεδία των θυσιών, για την τιμή και τη δόξα των γενεών. Η διδακτική αξία του έργου είναι διαιώνια. Στην ατελεύτητη πορεία του Γένους και στην αέναη πάλη των ιδεών, η φιλολογική απόδοση των ινδαλμάτων, του Γρηγόρη Αυξεντίου της 3ης Μαρτίου 1957, του Ευαγόρα Παλληκαρίδη της 13ης Μαρτίου 1957 και του Κυριάκου Μάτση της 19ης Νοεμβρίου 1958, είναι κεφάλαια υψηλής διδασκαλίας και παιδαγωγικής σφυρηλάτησης των συνειδήσεων, στους ορίζοντες που διανοίγει η αιωνιότητα των εμπνεύσεων, εκείνων που διά του προσωπικού έργου τάσσονται να φωτίζουν τη νεότητα να διανύει τον ρέοντα χρόνο με δόξα που φωτοδοτεί την ανθρώπινη μοίρα στο χρέος της αθανασίας.
Η έκδοση προλογίζεται με το ποιητικό της Γιώτας Παρασκευά Χατζηκώστα, «Τα χρυσά πουλιά», που βραβεύτηκε από την Εθνική Εταιρία Λογοτεχνών Κύπρου και συνιστά εμπνευσμένη εισαγωγή στα τρία θεατρικά. Είναι τεκμήριο ολόθερμης ψυχικής συμμετοχής στις τραγωδίες που ακολουθούν. Γιατί είναι τραγωδίες οι δραματοποιήσεις της κοινής πορείας των τριών ηρώων για την Ένωση της ακραίας νοτιοανατολικής προφυλακής του έθνους με την μητέρα Ελλάδα.
Αυτή η έκδοση επιστεγάζει την δραματική έκφραση της δόξας στα χρόνια της αδοξίας και της πολιτικής κατάπτωσης της δεκαετίας του ’60.
Την θυσία του Αυξεντίου άκουσα από μια ραγισμένη από θρήνο φωνή τη νύχτα της 3ης Μαρτίου 1957 στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας. Αντηχούσε την κραυγή του Λεωνίδα που δόνησε τις Θερμοπύλες πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Έμοιαζε με μακρινό αντίλαλο εκείνη η φωνή που έσεισε τους ψηλούς τοίχους της Κυπριακής Βαστίλης. «Οι Εγγλέζοι σκότωσαν τον Αυξεντίου. Τον έκαψαν ζωντανόόό». Και ακολούθησε ένας ορυμαγδός από επανάσταση χιλιόφωνης συνοδείας των 1014 Πολιτικών Καταδίκων, που απλώθηκε με τους νεκρικούς ήχους των καμπάνων, μεταδίδοντας μέσα στην κρύα νύχτα της Καθαράς Δευτέρας, το μαύρο μαντάτο πως το μέγα ίνδαλμα του αγώνα της ζωής μας πέθανε κι έφευγε απολακτώντας τη ματαιότητα των λυγμών των κοινών θνητών. Ο Γρηγόρης μας, έφυγε αφήνοντας στα χέρια μας τη ματωμένη σημαία που μαύριζε από την καπνιά της φωτιάς που έκαψε το κορμί του, στα καταράχια της Παναγίας του Μαχαιρά. Κι από εκεί ανάβει αδιάκοπα έκτοτε, η ακοίμητη φλόγα της λευτεριάς, για να φωτίζει και να αγιάζει τα εθνικά πεπρωμένα του λαού μας…
Τον θάνατο του Κυριάκου Μάτση άκουσα στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης, στο δεύτερο χρόνο της χωρίς δίκη κράτησης. Το τριανταδυάχρονο παλληκάρι είχε αποδράσει, πριν τη μεταφορά μου στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Κοκκινοτριμιθιάς. Σαν σιδερένιο χέρι έσφιξε την καρδιά η φωνή από το μεγάφωνο του ραδιοφώνου. Ο τομεάρχης Κερύνειας σκοτώθηκε από χειροβομβίδα που οι Άγγλοι πέταξαν στο κρησφύγετο του Δικώμου, όπου ο αγονάτιστος ήρωας θεμελιώθηκε, ακρογωνιαίος λίθος της μεγάλης προσδοκίας, αρνούμενος να παραδοθεί. «Αν θα βγω θα βγώ πυροβολώντας» απάντησε στην πρόκληση του Άγγλου αξιωματικού, που τον κάλεσε να βγει από το υπόγειο καταφύγιο. Διέταξε τους συντρόφους του να ανέβουν στο φως και να παραδοθούν κι ο ίδιος επέλεξε να πεθάνει σφίγγοντας το αυτόματο που δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Το δράμα του Κυριάκου ήταν πως δεν είχε τη δυνατότητα της προσωπικής μάχης λόγω της στενότητας του στομίου του κρησφυγέτου. Κι η θυσία του ήταν παθητική. Βέβαια, η λάμψη εκείνου του θανάτου, εξέπεμψε τηλαυγές το φως του υποδείγματος του καιρού της ΕΟΚΑ: «Ελευθερία ή θάνατος»!
Η μαύρη είδηση του απαγχονισμού του Ευαγόρα με βρήκε στα Κρατητήρια, το πρωί της 14ης Μαρτίου 1957. Οι Εγγλέζοι τον κρέμασαν μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου. Από τον προθάλαμο του θανάτου συντάραζε τα σκλαβωμένα μερόνυχτα η φωνή του από την 25η Φεβρουαρίου 1957. «Γειά σας παιδιά, μη φοβάστε. Ζήτω η Ελλάς. Ζήτω η λευτεριά»… Ήταν ο ύστατος αποχαιρετισμός του μελλοθανάτου, στη μοιραία συνοδεία των τεσσάρων σιδηροδέσμιων αγωνιστών του αυτοκινήτου μεταγωγών.
Η μνήμη αναπαριστά τα γεγονότα. Μετά από δέκα μερόνυχτα στα ανακριτήρια του «Σπέσιαλ Μπραντς» Λευκωσίας, μας έσυραν αλυσοδεμένους στη μαύρη κλούβα. Τον Αλέκο Μαυρομμάτη, τον Λουκή Καρανίκη, τον Σάββα Αγησιλάου, τον Διονύσιο Λεμονάρη κι εμένα. Κάποια στιγμή έσπρωξαν στο αυτοκίνητο ένα παλληκάρι και του φόρεσαν το βραχιόλι της χειροπέδης που κρεμόταν από το αριστερό μου χέρι. Ξεκίνησε το αυτοκίνητο, μπροστά Εγγλέζοι, πίσω Εγγλέζοι. Πάνοπλοι. Δεν ξέραμε πού μας έπαιρναν, ρώτησα: Ρε παιδιά ξέρει κανείς πού μας παίρνουν; Απάντησε το παλληκάρι δίπλα μου: «Στις Κεντρικές Φυλακές φίλε». Πώς το ξέρεις; Ρώτησα. «Εκεί παίρνουν εμένα», απάντησε. Μόλις με καταδίκασαν». Φυλάκιση; Πόσα χρόνια; Ξαναρώτησα. Κι η απάντηση: «Όχι, εμένα θα με κρεμάσουν»!
Παγώσαμε. Τον κοιτάζαμε με θαυμασμό. Το πρόσωπό του έλαμπε. Σαν περιτριγυρισμένο από φωτοστέφανο. Άστραφταν τα μάτια του. Άστραμμα ελευθερίας. Έτσι φέγγει η λευτεριά. Και το ρώτημα: Τι σου είπε ο δικαστής αδέλφι; «Μου είπε πως με καταδικάζει να κρέμεται το κορμί μου από το σκοινί μέχρι να βγει η ψυχή μου»! Κι εσύ; «Αγωνίζομαι για τη λευτεριά της πατρίδας μου»!..
Το μεταγωγικό έφθασε στις Φυλακές. Μας κατέβασαν, έβγαλαν τις χειροπέδες, αγκαλιαστήκαμε. Τράβηξαν τον Ευαγόρα και τον οδήγησαν από το προαύλιο, ίσως της πτέρυγας «5», προς την μαύρη, εσωτερική θυρίδα που άνοιγε στο μπλοκ της αγχόνης. Ο Ευαγόρας είχε το δικό μου ύψος, 5π. και 8 ίντζες, (1.75). Είχε μεγάλο διασκελισμό, οι φρουροί, ένοπλοι Άγγλοι στρατιώτες, έτρεχαν να τον προφτάσουν ενώ όδευε στον θάνατο. Ένας χτύπησε συνθηματικά την μαύρη μονόφυλλη πόρτα. Άνοιξε και από το άνοιγμά της φύσηξε αεράκι που ανέμισε τα μαύρα του μαλλιά με χωρίστρα. Γύρισε σ’ εμάς, σήκωσε το αριστερό του χέρι σαν σπαθί του ‘21 και φώναξε : «Γεια σας αδέλφια. Ζήτω η Ελλάς. Μη φοβάστε. Ζήτω η λευτεριά». Και τον ρούφηξε το προθανάτιο χάος. Τον κρέμασαν μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου 1957.
Οι άγιες μορφές των τριών ηρώων, έρχονται από το υπερπέραν στις ήσυχες και στις άγριες νύχτες των παρατεινόμενων παθών του μάρτυρα λαού μας και οι στερνές φωνές τους, διαταγές θυσίας και αγώνα, σημαδεύουν την άρρωστη απάθεια που αποκοιμίζει τη συνείδηση του σκλάβου κι επιτάσσει την ανάσταση από την αδιαφορία και την τύρβη που εξευτελίζουν τον κόσμο μας. Ο Γρηγόρης, ο Κυριάκος, ο Ευαγόρας, γεμίζουν το άδοξο παρόν από τη δόξα και το υπέρτατο χρέος του ανθρώπου. Και υποβάλλουν πως η λευτεριά είναι αμάραντο λουλούδι που για ν’ ανθίσει θέλει αγέρα αγώνα. Αγώνα που μεταδίδεται από τα δράματα που η Φιλόλογος Βασιλική Φωτίου μεταδίδει κι ο Θεοφύλακτος κι η Γιώτα Χατζηκώστα σαλπίζουν για να μας αφυπνίσουν από τον λήθαργο της ανεπίτρεπτης αδράνειας.
25 Φεβρουαρίου 2020. ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ, Φιλόλογος, Ιστορικός, Συγγραφέας. Πρόεδρος των Πολιτικών Κρατουμένων της ΕΟΚΑ.

Απλή εισήγηση: Αν τα τρία κεφάλαια αποδοθούν στην ομιλουμένη ελληνική, θα διαβάζονται άνετα κι από τους Έλληνες της Κύπρου κι από τους Ελλαδίτες. Η ελληνική κυπριακή διάλεκτος απομονώνει τον Ελλαδίτη αναγνώστη κι είναι κρίμα.

Comments are closed.