0

Οι Τούρκοι ανεβαίνοντας στον πολιτισμό νομάδες, κατακτητές, δια πυρός και σιδήρου τον 10ο αιώνα, από τα βάθη της Μογγολίας, δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τη διπλωματία. Τη λέξη και τη σημασία της έμαθε ο πορθητής μελετώντας τους Φαναριώτες. Γι αυτό διέταξε τα φουσάτα του να μην εκκαθαρίσουν τους Έλληνες του Φαναρίου, στη συνοικία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ήθελε να τους χρησιμοποιήσει για την προώθηση των αιματοστάλακτων επιδιώξεών του. Να δημιουργήσει Σχολή Διπλωματίας. Διπλωματία Υψηλής Πύλης. Και να εγκαθιδρύσει στα ερείπια της Βασιλεύουσας την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με μυαλό και κατευθυντήρια δύναμη τους Φαναριώτες. Σκλάβους με την ανώτερη μόρφωση της εποχής, γλωσσομαθείς, ευφυείς. Και όντως ο Τούρκος εκείνος, με εκπαίδευση ελληνική και ίσως και καταγωγή, υπήρξε ο ιδρυτής της Σχολής της Υψηλής Πύλης, με συμβούλους του και κυβερνήτες των Παραδουναβίων ηγεμονιών Έλληνες Φαναριώτες. Μαυρογένη, Σούτσο, κ.ά,(Πανεπιστημιακές Διαλέξεις Απ. Δασκαλάκη). ακόμα κι ο Αντώνιος Κυριαζής, δηλαδή ο καταζητούμενος Ρήγας ο Βελεστινλής, έγινε έπαρχος της Κραϊόβας.
Βέβαια, ο πολυμήχανος σουλτάνος, στην εξέλιξη του χρόνου προσάρμοσε τη διπλωματία του στις παρορμήσεις, τα ένστικτα και τις καταβολές της φυλής του. Έβαψε τη διπλωματία του με το αίμα των σκλάβων. Χρησιμοπούσε τη σφαγή σαν διοικητική δύναμη. Όποτε χρειαζόταν επιβολή έσφαζε. Τα σφάγια περίμεναν δεμένα στην αυλή. Έσφαζε ακόμα κι αν δεν είχε λόγους να τιμωρήσει. Για τη σφαγή είχε έτοιμη την κοινωνία του Φαναρίου της Κωνσταντινουπόλεως. Τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τους Επισκόπους, τους προκρίτους, τους δραγουμάνους. Στην Πόλη ήταν ο Μουρούζης, στη Λευκωσία οι Δεσποτάδες, ο Χατζηγιωρκάτζης… Υπάρχει ο κατάλογογος των σφαγών της περιόδου Ιουλίου 1821 (Γιάννη Σπανού «Οι Κύπριοι εθελοντές στην Επανάσταση του 1821». Κατ’ αντιστοιχία οι Άγγλοι είχαν τη διπλωματία των Κανονιοφόρων. Έστελλαν την έτοιμη αρμάδα που κανονιοβολούσε κάθε ξεσηκωμό. Στα Χανιά της Κρήτης οι Κρητικοί έστησαν τον ανδριάντα του ανυπότακτου αντάρτη Σπύρου Καγιαλέ που έγινε ο ιστός της βομβαρδιζόμενης Ελληνικής σημαίας το 1897. Οι κανονιές έσπασαν τον ιστό της σημαίας κι ο ηρωικός Καγιαλές έκανε το κορμί του ιστό. Αναπετούσε το εθνικό σύμβολο με τα χέρια του. Μοιάζει να χαιρετά τον ανδριάντα του Ελευθερίου Βενιζέλου απέναντι. Μια ματιά στην αιματοσυρμή των επιθέσεων στην Προποντίδα και στη Μικρασία θα επιβεβαιώσει το γεγονός. Έσφαζαν χωρίς οίκτο γράφει ο Μπ. Λιούις στο έργο του “The emergence of Modern Turkey”, (Σκοτώστε χωρίς οίκτο) London 1968, p.218, που, άλλως τε, επιβεβαιώνουν ο Bilgi Aichan Aktar στην εφ. «Ακτάρ», ο Έρνεστ Χεμινγουαίη στις ανταποκρίσεις του στην “Toronto Star” κ.ά. και πολύ αργότερα επαναλαμβάνει ο Χίτλερ. Και δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχνάμε πως στην Κύπρο από 250.000 πληθυσμού άφησαν 35.000 στην πρώτη τουρκοκρατία. Και στα χρόνια μας σε μερικές μέρες του 1974 «έφαγαν» 6.000.
Την πολιτική της Υψηλής Πύλης εφαρμόζουν απαρέκκλιτα μέχρι σήμερα. Κι αυτή η πολιτική, άλλοτε μεν υπαγορεύει εξοντωτική επιθετικότητα και άλλοτε αναμένουσα, ανάλογα με τις συνθήκες, ουδέποτε όμως υποχωρητική. Άλλωστε ο μισελληνισμός είναι διαρκής κακουργία των Τούρκων. Μπορεί να αδρανούν αλλά δεν εγκαταλείπουν τα επεκτατικά τους σχέδια. Ξέρουν να περιμένουν. Από το 1439 περίμεναν, προπαρασκευάζονταν και κτύπησαν την Πόλη το 1453. Από το 1908 περίμεναν και αφάνισαν τον Μικρασιατικό Ελληνισμό το 1922. Είχαν συνεργούς Άγγλους, Γάλλους, Ιταλούς, Αμερικάνους. Από το 1959 περίμεναν, προετοιμάζονταν και εισέβαλαν στην Κύπρο το 1974. Κτυπούν κάθε 14 χρόνια. Και στα μεσοδιαστήματα μελετούν τον αντίπαλο επισταμένα. Ένας φίλος επιμένει: Είναι θρασύδειλοι. Πολεμούν αφού εξασφαλίσουν συμμαχίες. Τρέμουν την πολεμική μοναξιά. Το 1897 συμμαχούσαν με τους Γερμανούς. Είχαν Γερμανούς εκπαιδευτές, διοικητές, οπλισμό από την πολεμική βιομηχανία «Κρουπ». Το 1922 εγκέφαλοι της Μικρασιατικής Καταστροφής ήταν οι Γερμανοί στρατηγοί Λίμαν φον Σάντερς και Σνέλεντροφ. Στην εικοσαετία μέχρι το 1974 ήταν επιθετικοί επειδή είχαν δίπλα τους Εγγλέζους. Διενήργησαν την εισβολή επειδή είχαν μαζί τους τους Αμερικάνους. Το 1914 μπήκαν στον πόλεμο γιατί είχαν τη συμμαχία των Κεντρικών Δυνάμεων. Γερμανοαυστριακούς, Βουλγάρους. Το 1939 έκατσαν στα βραστά τους. Φοβήθηκαν τα πλήθη της ΑΝΤΑΝΤ. Το 1912, στους Βαλκανικούς πολέμους, παραδόθηκαν γιατί αντιπάλευαν με Έλληνες, Σέρβους, Βουλγάρους, Μαυροβούνιους.
Οι παρατηρήσεις είναι απόρροιες ιστορικών γεγονότων. Τα γνωρίζουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι εκτός από τους Έλληνες πολιτικούς. Μοναδική εξαίρεση ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Στη συμμαχική διάσκεψη του Σπα διακήρυξε (1918): «Εγώ γνωρίζω τους Τούρκους. Μίαν γλώσσα καταλαβαίνουν. Την στρατιωτική δύναμη».
Προ πεντηκονταετίας έγραφα στον «Φιλελεύθερο» «’Ελληνες και Τούρκοι δέκα αιώνες γειτονίας», ότι Αθήνα και Λευκωσία όφειλαν να καθιερώσουν τη σπουδή της τούρκικης νοοτροπίας, των μεθοδεύσεων και των ψυχολογιών, διότι είχαμε πρωταρχική υποχρέωση να μάθουμε τον αντίπαλο. Στην ίδια εισήγηση επανέρχομαι. Είναι ένα κενό πολυσήμαντο που αγνοούμε και αυτή την άγνοια πληρώνουμε με θάνατο, ήττες και ταπεινώσεις. ‘Ισως είμαστε ο μόνος λαός στη γη που αρνιόμαστε να σπουδάσουμε τον εχθρό. Το μόνο έθνος που δεν αγωνίστηκε να ελευθερώσει την ιερή του Πόλη. Τώρα γίναμε οι μόνοι που έπαυσαν να αγωνίζονται για την απελευθέρωση των εδαφών που τους άρπαξαν μέσα από τα χέρια τους. Η πολιτική του κατευνασμού της ηττοπάθειας! Δεν αντιστεκόμαστε. Απαρνιόμαστε την ψυχή μας… Αιδώς Αργείοι.

Comments are closed.