0

Γονατιστή και δακρυσμένη έπρεπε να βρίσκεται σήμερα εδώ η ηγεσία της Λευκωσίας, για να δροσίσει με τα δάκρυά της τον καημό που κλείεται στο φέρετρο του αγωνιστή της ΕΟΚΑ που τίμησε την πόλη, στα ανεπανάληπτα μεγάλα χρόνια της μάχης της λευτεριάς. Και να αποχαιρετήσει με τη γαλανόλευκη σημαία τον Ηρόδοτο Χριστοφίδη. Τον «Πάρι» της ΕΟΚΑ. Τον άντρα που κρατούσε στα χέρια του και φύλαγε την καρδιά της ΕΟΚΑ του Διγενή. Την καρδιά του αγώνα για τη λευτεριά της πατρίδας και την ένωση με τη μάνα Ελλάδα. Και καρδιά του αγώνα ήταν το περίπτερο του Ηρόδοτου στην Αλάμπρα. Το εντευκτήριο των προμάχων της Λευκωσίας. Τομεαρχών και Ομαδαρχών Κρούσεως και Εκτελεστικού. Εκείνων που έπαιζαν την ζωή τους κορώνα- γράμματα στους δρόμους της Χώρας και ριψοκινδυνεύοντας πάλευαν κάθε μέρα με τον θάνατο στις τολμηρές αναμετρήσεις με τους πραιτωριανούς του Χάρτινγκ και τους Ισκαριώτες με τις πουλημένες συνειδήσεις, τους προδότες. Τότε που γνωρίζαμε πως έστηνε ο Χάρος ενέδρες στα στενορύμια της πόλης και καρτερούσε.
Σφίξαμε τα χέρια με τον συναγωνιστή την άνοιξη του 1956 με υπόδειξη του Τομεάρχη «Κικέρωνα», του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, και τα συνθήματα αναγνώρισης του υποτομεάρχη «Πολυνείκη», του Ανδρέα Τσιάρτα. Δεν γνωριζόμασταν με τον Ηρόδοτο. Έπρεπε να συναντηθούμε με συνθήματα. «Λεωνίδας»- «Σπάρτη». Πήγα στο περίπτερο. Πέρασε απ’ εδώ ο Λεωνίδας; Ρώτησα. Ο Λεωνίδας από τη Σπάρτη; Απάντησε ο «Πάρις». Κι άρχισε μια δυνατή φιλία που συνεχίστηκε σαν «ήρθαν χρόνια δίσεκτα και μήνες οργισμένοι». Στους δύσκολους και θανατηφόρους καιρούς του 1956, της χρονιάς που δόξασαν τη Λευκωσία αγωνιστικά αναστήματα πρώτου μεγέθους, ο Ιωνάς Νικολάου κι ο Κυριάκος Κολοκάσης από το Γέρι, ο Σταύρος Στυλιανίδης από τη Γιαλούσα, ο Ιάκωβος Πατάτσος, και η χορεία των ηρώων που πέρασαν από την πρωτεύουσα και τίμησαν το θάνατο.
Ο Ηρόδοτος ήταν ο σύνδεσμός μας που αντικατέστησε τον Νίκο Μουσιούτα. Από το περίπτερο παραλαμβάναμε τις διαταγές, εκεί παραδίδαμε τις επιστολές μας. Κι ο φίλος είχε για το κάθε ψευδώνυμο το μεταλλικό κουτί των τσιγάρων «555» με τις διαταγές. Ήταν η κιβωτός που φυλάγονταν και παραδίδονταν οι βόμβες και τα περίστροφα. Εκεί και οι συναντήσεις μας με άλλους ομαδάρχες για συντονισμό, όταν χρειαζόταν. Και ο Ηρόδοτος ο συντονιστής και ο σύνδεσμος άμεσης επικοινωνίας. Ήταν χαρακτήρας σοβαρός, υπεύθυνος, ψύχραιμος στις πιο κρίσιμες ώρες, πιστός στην πατρίδα και την πίστη μας, βράχος στις τραμουντάνες και στις αντιξοότητες. Έμενε σ΄ ένα δωμάτιο δίπλα από τη λέσχη Αλάμπρα. Εκεί έκρυβε αγωνιστές που καταζητούνταν μέχρι ν΄ ανηφορήσουν στο βουνό. Στο αντάρτικο.
Άρρηκτη και διαρκής η επικοινωνία μέχρι που η προδοσία μας παρέδωσε στο Σπέσιαλ Μπράντς. Ο Ηρόδοτος υπέστη φοβερά βασανιστήρια. Μα δεν ήταν από τους ανθρώπους που λυγίζουν. Με τον φίλο συναντηθήκαμε ξανά στα Κρατητήρια όπου μας κράτησαν για δυο χρόνια, μέχρι τη διακοπή του αγώνα.
Συναντιόμασταν και μετά. Η φιλία παρέμεινε δυνατή. Μαραζώναμε για όσα ακολούθησαν. Για την κατάπτωση. Για την καταφορά της μοίρας που επέλεγε η πολιτική.
Ο Ηρόδοτος Χριστοφίδης από τα Χανδριά, υπήρξε πρότυπο αγωνιστή της ελευθερίας. Πρότυπο οικογενειάρχη. Πρότυπο αγάπης στην πατρίδα και αφοσίωσης ανιδιοτελούς πατριωτισμού. Ο Χάρος δεν τον καρτερούσε σε κανένα σοκάκι. Έσπρωξε την πόρτα και μπήκε για να πάρει τον Πάρι στον άλλο κόσμο. Κι ο αλησμόνητος φίλος ξεκίνησε το ταξίδι της μεγάλης αποδημίας. Τον αποχαιρετώ με την ευχή οι νέοι που καθορίζουν την μοίρα της Κύπρου μας να στεριώσουν χαρακτήρες όπως του Χανδριώτη λεβέντη, του αδελφικού συναγωνιστή.
Ι.Ν. Αγίου Πολυδώρου στο Καϊμακλί. 7 Σεπτεμβρίου 2019.

Comments are closed.