0

Έβλεπε το στόμιο της κόλασης ν’ ανοίγει και να καταπίνει τον κόσμο. Αντίκριζε τη βαρβαρότητα να κατακρεουργεί, να ατιμάζει, να πυρπολεί, γυναίκες, παιδιά, άντρες, γέροντες, να εξευτελίζει την υπόσταση του ανθρώπου. Έβλεπε μπροστά στα μάτια του τα πληρώματα των συμμαχικών πλοίων, αγγλικών, γαλλικών, ιταλικών, αμερικανικών, να ακρωτηριάζουν με μπαλτάδες τον κόσμο που άπλωνε τα χέρια του να πιαστεί από τις κουπαστές για να γλυτώσει από τον θάνατο. Έβλεπε το κτήνος να βιάζει τις γυναίκες κι ύστερα να τις λούζει με βενζίνη και να τους βάζει φωτιά. Έβλεπε τους τελετάρχες της σφαγής, τους Γερμανούς αξιωματικούς Λίμαν φον Σάντερς και Σνέλεντορφ, τον δήμιο της Σμύρνης Νουρεντίν, να σκηνοθετούν τον ξολοθρεμό ενός πρωτοφανούς σε όγκο αγωνιώντος ελληνικού πλήθους που ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια, να πυροβολούν τον κόσμο ακόμα και στη θάλασσα όπου έπεφτε να γλυτώσει. Έβλεπε τον αιμοσταγή όχλο να ξεριζώνει τα γένια, να βγάζει τα μάτια και να διαπομπεύει τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο. Ήταν ο πρόξενος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζωρτζ Χόρτον. Και κραύγασε με αγανάκτηση και οργή : «Ντρέπομαι γιατί ανήκω στο ανθρώπινο γένος». Και το έγραψε στο βιβλίο του “ The blight of Asia” που εξέδωσε στη Νέα Υόρκη το 1926. Ήταν 25η Αυγούστου 1925.
Εκείνες τις μαύρες μέρες του 1922, η τούρκικη θηριωδία άπλωσε το σάβανο του θανάτου πάνω από την Σμύρνη. Τα αιματοστάλακτα στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ κι οι «τσέτες» που τ’ ακολουθούσαν, έβγαλαν από τον Άδη την κόλαση στον απάνω κόσμο. «Τα πλήθη στην προκυμαία ήταν τόσο συνωστισμένα που έβλεπες τους νεκρούς όρθιους. Οι Έλληνες στρατιώτες που έφθαναν στην πόλη προχωρούσαν αμίλητοι σαν φαντάσματα, με το βλέμμα κρατημένο ίσα μπροστά τους, χωρίς να κοιτάζουν ούτε δεξιά ούτε αριστερά, σαν άνθρωποι που περπατούν στον ύπνο τους».(Η κατάρα της Ασίας, Τζ. Χόρτον). «Δεν έμεινε σπίτι άθικτο. Παραβιάζονταν οι πόρτες, ατιμάζονταν οι γυναίκες, οι άντρες σφάζονταν, τα σπίτια λεηλατούνταν. Οι δρόμοι ήταν στρωμένοι από πτώματα φρικτά παραμορφωμένα. Η σφαγή προσλαμβάνει τεράστιες διαστάσεις» ( N.Y. TIMES).
« Κάθε μέρα συνέρρεαν στη Σμύρνη 30 χιλιάδες πανικόβλητοι Έλληνες που ζητούσαν καταφύγιο, ένα κομμάτι ψωμί, ζητιάνοι του ανθρώπινου ελέους. Κατά χιλιάδες κατευθύνονταν στην προκυμαία του Και που πλημμύρισε από τη μια άκρη ως την άλλη. Και πάνω απ’ όλα ο μαζικός φόβος , ο θάνατος, η απειλή. Μεσ’ την παραζάλη, μανάδες χάνουν τα παιδιά, οι άντρες τις γυναίκες. Τα καράβια των ξένων σαλπάρουν χωρίς να σώσουν από του χάρου τα δόντια τους δύστυχους χριστιανούς που πηδάνε στο νερό παρακαλώντας, καλώντας βοήθεια, βοήθεια. Κι αν πρόκανε κανένας και κρεμάστηκε από την κουπαστή ή από καμιά σκάλα καραβιού, του λύνουνε τα χέρια με το ζόρι, με τον κόπανο, ίσως με το μαχαίρι. Θηριωδίες ανήκουστες… Αντίκρυ η Σμύρνη καίγεται, τριζοβολάει μέσα στις φλόγες, πνίγεται στους καπνούς τους μαύρους. Το Και, η παραλία, πνιγμένη από κόσμο, που δέρνεται μ’ αλλοφροσύνη, ποιος να σωθεί. Οι φλόγες μανιάζουν δέκα, είκοσι το πολύ μέτρα πίσω τους. Μπροστά τους η θάλασσα με τα ξέχειλα καράβια, με τα τουμπανιασμένα πτώματα που επιπλέουν, στα βρώμικα νερά να σωθούνε, να σωθούνε, να σωθούνε»: ( Πετσάλη- Διομήδη, «Νέα Εστία, Μνήμη Μικράς Ασίας, τευχ. 1091).
Στο ημερολόγιο της φρίκης αναφέρονται πως στις 10 το πρωί οι τούρκικες σημαίες υψώθηκαν στην τούρκικη συνοικία. Το βράδυ της 27ης Αυγούστου άρχισαν οι λεηλασίες. Ενώ προχωρούσε η νύχτα ακούγονταν γοερές κραυγές. Οι τσέτες όρμησαν σαν αφηνιασμένοι σε εκκλησίες των προαστείων Αγίας Τριάδας και Πετρωτών κι άρχισαν τις σφαγές και τις απαγωγές. Από το βράδυ της Κυριακής φούντωσε το όργιο των σφαγών.
Ο Χρ. Σολομωνίδης Πληροφορεί: Κάηκαν 43 χιλιάδες ελληνικά σπίτια, 10 χιλιάδες αρμενικά, αποτεφρώθηκαν 5 χιλιάδες καταστήματα. Στην έκταση που αποτεφρώθηκε κατοικούσαν 180 χιλιάδες άνθρωποι.
Στην Σμύρνη ζούσαν 150χιλιάδες Έλληνες, 80 χιλιάδες Τούρκοι και άλλοι.
«Στις ελληνικές συνοικίες εσωρεύοντο τα πτώματα και η οργανωμένη λεηλασία επεξετείνετο…20 χιλιάδες κατέφυγαν στο νεκροταφείο κοντά στον «Πανιώνιο». Οι Τούρκοι εισέδυσαν στον «Πανιώνιο», ελήστευαν, έσφαζαν …
Τον εφιάλτη της Σμύρνης διεκτραγώδησαν πολιτικοί όπως ο Γλάδστων, ο Κλεμανσώ, αυτόπτες μάρτυρες οι δημοσιογράφοι Μανσιέ, Σαρτιώ, Ντατριά, οι Έλληνες Σμυρνιοί Πετσάλης- Διομήδης, Φωτιάδης, Βενέζης, Αγγελομάτης, Πολίτης, Λοβέρδος, Σωτηρίου, Σολομωνίδης, Ροδάς…
Η Σμύρνη ήταν μια πόλη ευημερούσα. Κέντρο εμπορίου. Άνθιζαν η οικονομία της και ο πνευματικός πολιτισμός της. Η πόλη άκμαζε γλεντώντας, τραγουδώντας. Δεκάδες σχολεία, η «Ευαγγελική Σχολή». Νοσοκομεία, ευαγή ιδρύματα. Θέατρα, όπερες. Φημισμένες εφημερίδες : «Αμάλθεια», «Αρμονία», «Αλήθεια», «Πατρίς», «Ταχυδρόμος», «Θάρρος», επιθεωρήσεις, περιοδικά.
Οι Τούρκοι πυρπόλησαν την Σμύρνη την Τετάρτη 31 Αυγούστου με σχέδιο του Νουρεντίν, ώστε να σχηματιστεί μια πύρινη αλυσίδα που κανείς δεν μπορούσε να την περάσει. Οι φλόγες αγκάλιασαν τις συνοικίες Αγίου Δημητρίου, Αγίου Κωνσταντίνου, Αγίου Νικολάου, που έγιναν παρανάλωμα του πυρός.
Η πόλη χάθηκε στις μενεξεδένιες ανταύγειες της φωτιάς που την αποτέφρωσε. Όπως έγραφα στον «Φιλελεύθερο» του 2015,αποχαιρετισμός του θρύλου ήταν ο εμπρησμός του Κορδελιού. Το ηλιοβασίλεμα της δόξας έσβησε με τον εσπερινό εκείνης της μέρας και η Σμύρνη έγινε η θλιβερή ανάμνηση των ελληνικών χιλιετιών που λάμπρυναν την ανθρωπότητα από τον καιρό του Ομήρου, των φιλοσόφων, των ποιητών…

Comments are closed.