0

Η ηθική αντίσταση στην εσωτερική ή την ξένη επιβουλή, νομοθετεί το μέλλον, άσχετα με την έκβασή της. Κληροδοτεί τη διάρκεια της τιμής του λαού, του έθνους, του ατόμου. Θεμελιώνει την αξία μιας κοινωνίας και καθορίζει την υπαρξιακή της υπόσταση. Βυθιζόμενοι στο μακρινό παρελθόν 566 χρόνια πριν και αντιλαμβανόμενοι τη σημασία της αντίστασης του θρύλου της ιστορίας, του τελευταίου βασιλιά Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, μπροστά μας βλέπουμε απαστράπτουσα την ηθική υπερδύναμη που κράτησε το Γένος όρθιο στις αντιξοότητες που οι βάρβαροι άπλωναν στο πέρασμά τους. Ο μέγιστος των ηγετών του Ελληνισμού, αρνήθηκε την παράδοση στον εκβιασμό του πολιορκητή. Απέρριψε την ιστορική συνέχεια σε μια ζωή ντροπιασμένη. Αρνήθηκε πλούτη, ασφάλεια, τιμές. Διότι ναι μεν θα απολάμβανε βιοτικά οφέλη, αλλά στερημένα κάθε ανώτερης αξίας και περηφάνιας που καταξιώνουν τον άνθρωπο. Κι η απάντηση του βασιλιά στον εχθρό και στην ασύγκριτη υπεροπλία του, παρέμεινε ιερό κληροδότημα στους επερχομένους. Ο Παλαιολόγος γνώριζε πως απέναντί του στεκόταν ανελέητος ο θάνατος. Ήταν βέβαιος για το τέλος και της αυτοκρατορίας και το δικό του. Είχε επίγνωση της μοίρας του, όπως ο Λεωνίδας πριν χίλια χρόνια. Ούτε εκείνος ο υπέροχος Σπαρτιάτης είχε αμφιβολίες για το άμεσο μέλλον. Ήταν βέβαιος πως μέχρι το βράδυ θα πέθαινε με τους τριακόσιους στρατιώτες του κι ότι «οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε». Αλλά δεν σήκωσε όπως τους δειλούς τα χέρια. Δεν παραδόθηκε. Πολέμησε κι έπεσε στον τόπο της δόξας του. Το ίδιο κι ο αυτοκράτορας των Μέσων Χρόνων. Δεν ενέδωσε. Αγωνίστηκε βέβαιος πως μέχρι να ρθει η νύχτα από τον ματωμένο Βόσπορο, θα κατηφόριζε στον Άδη με τις εφτά χιλιάδες υπερασπιστές της τελευταίας μέρας του χιλιόχρονου μεγαλείου του κόσμου του. Δεν είχε ψευδαισθήσεις ο Λεωνίδας. Δεν είχε αυταπάτες ο Παλαιολόγος. Ήταν προδομένοι κι από συμμάχους κι από φίλους. Ότι σ’ εκείνα τα στενά των Θερμοπυλών δεν θα πρόφτανε βοήθεια. Από τη θάλασσα του Μαρμαρά δεν θα φαίνονταν καράβια με συμμάχους. Οι δήθεν σύμμαχοι είχαν ήδη προδώσει την Βασιλεύουσα.
Σε τέτοιες συγκυρίες ακούστηκε αβίαστη κι αντρίκια η επιλογή. Λάκων ο πρώτος : «Μολών Λαβέ», απάντησε στον Πέρση επιδρομέα. «Την Πόλη δεν σου την παραδίνω. Είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε όλοι με τη θέλησή μας», απάντησε ο δεύτερος στον Τούρκο σουλτάνο. Κι η ιστορία τους θρόνιασε στα πιο ψηλά βάθρα της δόξας και της ευγνωμοσύνης. Η κοινή συνείδηση τους έκλεισε αγίους στα ασύλητα βάθη της.
Από το 480 π.Χ. κι από την 29η Μαϊου 1453, «ηρθανε χρόνια δίσεκτα και μήνες οργισμένοι». Βαρβαρικές επελάσεις, χιλιάρμενα καράβια, κανονιοφόρα, κουρσάρικα, άπειρα τα φουσάτα των εχθρών. Μα δεν αφάνισαν τη Ρωμιοσύνη. Στους ίδιους αιώνες χάθηκαν λαοί και έθνη και κοινωνίες. Όχι όμως κι ο Ελληνισμός. Έσβησαν όσοι δεν επέλεξαν ν’ αντισταθούν. Έζησαν εκείνοι που αντιστάθηκαν. Εκείνοι που άκουγαν καθαρά στην αχλή του χρόνου τις ιαχές του Λεωνίδα και του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Άκουσαν τις επιλογές τους ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Κανάρης, Ο Διάκος, οι αγωνιστές του ’21. Ακροάστηκαν τις φωνές της δόξας τους ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, Πάσχα του 1822, ο Δεσπότης της Σμύρνης Χρυσόστομος Αύγουστο του 1922. Ο Γρηγόρης Αυξεντίου στον Μαχαιρά , ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης στην Κρεμάλα, ο Κάρυος, ο Παπακυριακού, ο Πίττας, στον Αχυρώνα, οι 3.362 Πολιτικοί Κρατούμενοι, οι 1114 Κατάδικοι, οι 39 μελλοθάνατοι της ΕΟΚΑ, ο λαός μας που αντιπαρατάχθηκε στη βρετανική δυναστεία, εμπνευσμένος από τα ινδάλματα των αιώνων. Και με τα σπαθιά τους διεκδικούσαν και κέρδιζαν την αθανασία. Οι ήττες ενέσκηψαν από την ώρα της απεμπόλησης των ιδεωδών και των αξιών. Ο κόσμος ξέμεινε από εμπνεύσεις, απορφανίσθηκε από τις ιδεολογίες, απρόσμενα πάγωσε στην πνευματική ξηρασία, ενστερνίστηκε τη δεκαρομαχία, πίστεψε στο συμφέρον, στρατεύτηκε στην κερδοσκοπία, άφησε να του κλέψουν το φιλότιμο, να διαγουμίσουν την ανθρωπιά του, όπως κάποιοι νεότεροι απεμπόλησαν την Καρπασία, την Κερύνεια, την Μεσαορία και ξέμειναν περιφρονημένοι στην άγρια βαρυχειμωνιά.
Απέναντί μας χάσκει απειλητική η τουρκοκρατία, ο σκλάβος Πενταδάκτυλος με το σαμάρι της λεηλασίας ντροπιασμένη οροσειρά προαιώνιων θρύλων. Στους δρόμους της πόλης δεν παρελαύνει διεκδικήτρια πια η νεολαία, στις πλατείες δεν κραυγάζει τον πόθο της λευτεριάς η νιότη. Τραγούδια κραιπάλης ακούγονται από τα ταβερνεία που πλημμυρούν τα στενά και τα μεσάνυχτα οι μεθυσμένες φωνές προδίδουν κοινωνία τρεγκλίζουσα στην αρρυθμία της χαμένης γαλήνης. Η εικόνα είναι απογοητευτική. Νεκροταφείο εγκαταλειμμένων ιδεών, επιδιώξεων, προσδοκιών. Η ευθύνη αναζητά εξηγήσεις για το οικτρό θέαμα. Απαιτεί αναζήτηση ενοχών. Και η λογική εισαγγελία επιρρίπτει ευθύνες στην παραπαίουσα πολιτική που εξέτρεψε πορείες και απεγύμνωσε ψυχές, σε μισό αιώνα τυχοδιωκτικών λεηλασιών στον ηθικό πολιτισμό. Αρνήθηκε την παραγωγή σωστού ανθρώπου. Την ανάπτυξη αγώνων δικαιοσύνης και ελευθερίας. Δικαίωσης κοινωνικών προσδοκιών και προστασίας της παράδοσης, συντήρησης της ιστορίας και της αγωγής των νέων. Η πολιτική δεν στήριξε τη διάρκεια της κοινωνικής εμμονής στον αγώνα της δημιουργίας κόσμου ελπίδων και αξιώσεων. Αυτός ο ιερός ρόλος επαφίεται στην πολιτική ηγεσία. Να αντισταθεί στους εκβιασμούς που πληθαίνουν. Να εισπνεύσει δόξα και να εμπνεύσει αγώνα.

Comments are closed.