0

Ο απελευθερωτικός αγώνας του λαού μας ήταν ένα παρατεταμένο δράμα τεσσάρων αντροφόνων χρόνων. Δράμα αδιάκοπης σύγκρουσης με τον θάνατο. Είχαν δεμένο το τομάρι τους στο παλλούκι οι αγωνιστές, για να θυμηθώ φράση του 1821. Οι νέοι ξεκινούσαν για τις ενέδρες και τις αναμετρήσεις με την υπεροπλία της στρατοκρατίας των Άγγλων, με τη σκέψη πως ο γυρισμός δεν ήταν σίγουρος. Στις μάχες με το στρατό σκοτώνονταν αγωνιστές από τον Δεκέμβριο του 1955, όταν έπεσε πολεμώντας ο Χαράλαμπος Μούσκος στη μάχη των Σόλων. Ο Μόδεστος Παντελή στοίχειωσε με τη θυσία του τον αγώνα από την πρώτη νύχτα.Το άγνωστο στοιχείο ήταν η άγνοια του σωματικού μαρτυρίου. Για τα βασανιστήρια δεν γινόταν συζήτηση, σαν να μην αναμένονταν, μεσούντος του 20ού αιώνα, μέχρις ότου η δοκιμασία στους θαλάμους της απάνθρωπης δοκιμασίας κυκλοφόρησε σαν φοβέρα από την Ομορφίτα, το Σπέσιαλ Μπραντς, τις Πλάτρες, την Αμμόχωστο, το Κάστρο της Κερύνειας, το Ρετ Χάουζ και τα άλλα κολαστήρια, όπου οι εξ Αγγλίας ανακριτές μετέρχονταν τον σαδισμό, σαν όπλο επιβολής της κρατικής τρομοκρατίας που βρικολάκιαζε τη σατανική φήμη της Γκεστάπο και της «ιερής» εξέτασης του μεσαίωνα. . Στην κατηγορά των βασανισμών συγκαταλέγεται και το μαζικό μαρτύριο εναντίον αόπλων θυμάτων της εχθρικής βούλησης. Τέτοιο και το δράμα της Αγίας Βδομάδας του 1958 στο Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως της Κοκκινοτριμιθιάς όπου κρατούνταν άνευ δίκης 600 αγωνιστές.
Το δράμα άνοιξε αυλαία το πρωί της Αγίας Πέμπτης, 10 Απριλίου, στις 11 η ώρα. Η Αόρατη Αρχή, ορισμένη από τον Διγενή, διέταξε την οργανωμένη εξέγερση των Κρατουμένων, με αιφνίδιους εμπρησμούς αντικειμένων που ήταν δυνατό να αναφλεγούν. Από ημερών είχε ληφθεί μέριμνα απόκρυψης πετρελαίου που μας έδιναν οι Άγγλοι για θέρμανση στα τσίγκινα παραπήγματα. Κρυώναμε από το τροοδίτικο αγιάζι αλλά φυλάγαμε το πετρέλαιο και άλλες εύφλεκτες ύλες. Με την επιστασία του Στέφανου Πρωτοπαπά, ο Μιχαλάκης Πλατάνης από το διαμέρισμα «Α», έδινε οδηγίες στον Μιχαλάκη Ελευθερίου, που είχε εξασφαλίσει άδεια διακίνησης για λόγους συσσιτίου, να εναρμονίσει την εξέγερση. Και στις 11 η ώρα, μια συγκλονιστική βοή από ανθρώπινη οργή ξέσπασε παντού απλώνοντας τον τρόμο στους δεσμοφύλακες και τον στρατό φύλαξης των Κρατητηρίων. Οι Κρατούμενοι φωνάζοντας εγείρονταν από τη διατεταγμένη ησυχία τους, άρπαζαν πόρτες, παράθυρα, ότι μπορούσαν, ορμούσαν στα προαύλια, τα στοίβαζαν κι άναβαν φωτιές. Και σε ελάχιστη ώρα τα Κρατητήρια έδιναν την εντύπωση ολοκληρωτικού παραναλώματος του πυρός. Μαύροι καπνοί μεσουρανούσαν, σκοτείνιασαν την ατμόσφαιρα κι οι στραγγιές από τις φωνές της αγανάκτησης και της διαμαρτυρίας συγκλόνιζαν τον κόσμο. Τα αυτονίνητα σταμάτησαν στην απέναντι οδική αρτηρία, ο κόσμος πετάχτηκε στα χωράφια, ούρλιαζε και καταριόταν την Αγγλία «που πυρπόλησε τους Κρατουμένους»!…Και το πανδαιμόνιο επέτειναν οι εκρήξεις από κανσερβοκούτια που οι αγωνιστές πέταγαν στους όγκους πυρκαγιών με αποτέλεσμα τις εκρήξεις. Αλλά, κατά τη διαταγή, όλα τέλειωσαν σε 7 λεπτά, όπως είχαν αρχίσει και μια θανάσιμη σιγή κυριάρχησε παντού. Οι Κρατούμενοι αποσύρθηκαν στα παραπήγματα και ξάπλωσαν στα στρώματα αναμένοντας.
Οι κοκκινοσκούφηδες απλώθηκαν στους νεκρούς διαδρόμους, στη νεκρή ζώνη, Ιρλανδοί με τα κίτρινα φτερά στα πηλήκια κυκλοφορούσαν τραβώντας εξαγριωμένα λυκόσκυλα, όπλιζαν τα αυτόματά τους, πυροβολούσαν στα τσίγκινα τοιχώματα των παραγκών και μας προκαλούσαν να βγούμε έξω να μας πυροβολήσουν. Οι σφαίρες σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια μας. Μέχρι που έπεσε η νύχτα. Κι οι στρατιώτες, φορώντας λαστιχένια παπούτσια άρχισαν τις εφόδους. Έμπαιναν στις παράγκες και με τα όπλα προτεταμένα, κτυπούσαν μανιασμένοι με στολίθια τα ξαπλωμένα κορμιά. Κτυπούσαν αλύπητα, στήθια, χέρια, πόδια, κεφάλια, στέρνα. Έφευγαν και ξανάρχονταν κατά κύματα. Ανηλεής ξυλοδαρμός, κραυγές πόνου, αγανάκτηση, κτηνωδία. Έφεξε και μόνο τότε έγινε ανάπαυλα.
Ξημέρωσε Μεγάλη Παρασκευή και από τα μεγάφωνα διέταξαν να βγούμε έξω και να παραταχθούμε. Είδα να γυμνώνουν τον Μιχαλάκη Πλατάνη και να τον κτυπούν στο μέσο της αυλής. Μας ανάγκασαν να γυμνωθούμε και μας ερευνούσαν. Εξευτελισμός. Δίπλα μου ο Στέφανος Πρωτοπαπάς με γεμάτα τα μάτια.Ήταν ο μεγαλύτερός μας σε ηλικία. Ρε Γιάννη, σαν να μονολογούσε, ουδέποτε περίμενα τέτοιο εξευτελισμό…
Σαν γύρισε η ώρα κι άρχισε να μωροσκοτεινιάζει μας διέταξαν να χωθούμε στις παράγκες κι άρχισε η επανάληψη του μαρτυρίου. Μας έδερναν με τα στολίθια και με τους υποκοπάνους των όπλων. Σήκωναν τέσσερεις- τέσσερεις τα κρεβάτια και μας πετούσαν στους τσίγκους, στα κομοδίνα. Τα κεφάλια συγκρούονταν, ράγιζαν, πονούσαν τα κορμιά, μουγκρητά πόνου στο σκοτάδι… Και από τα παράθυρα χωρίς τζάμια πια εκκένωναν τα σκουπίδια απάνω μας. Και το ψύχος από τη χιονίστρα να περονιάζει τα κόκκαλα. Και τα τραύματα χωρίς φροντίδα.
Την Πέμπτη δεν μας έδωσαν συσσίτιο. Μας άφησαν νηστικούς. Και την Παρασκευή. Και το Σάββατο. Πίναμε νερό από την εξωτερική βρύση. Νερό με αλάτι να κόψει την πείνα. Και την Κυριακή της Λαμπρής ήρθε η κινούμενη τάβλα. Ένα κομμάτι ξεραμμένο ψωμί της Πέμπτης, ένα κρεμμύδι, ελιές σάπιες κι ένα χαλασμένο αυγό που δεν τρωγόταν. Ήταν το Πάσχα του 1958. Η λευτεριά δεν εξασφαλίζεται με παραμύθια…

Comments are closed.