0

Ὁμιλία Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς κ. ΔημητρίουΘεολογική Σχολή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου
Λευκωσία, Κύπρος
13 Φεβρουαρίου 2018

(Εἰσαγωγικές προσφωνήσεις: Μακαρ. Ἀρχιεπίσκοπε, Κοσμήτορα, Καθηγηταί, Φοιτηταί Θεολογικῆς Σχολῆς, ἀκροαταί).
Ἀποτελεῖ ἐξαιρετική τιμή γία μένα ἡ παρούσα διάλεξις. Πρόσκληση ἀπό ἕναν σπουδαῖο Προκαθήμενο σέ μία νεόδμητη Θεολογική Σχολή μέ εὐρύτατο μέλλον.
Εἶμαι βαθύτατα συγκινημένος καὶ εὐγνώμων γιά τήν δοθείσαν μοι εὐκαιρία ἡ ὁποία συνδέθηκε μέ τό παράσημο τοῦ Ἁγίου Βαρνάβα πού δόθηκε ἀπό μία ἐκκλησία ἱδρυμένη ἀπό τόν Ἅγιο Ἀπόστολο Βαρνάβα καί τόν Ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλο καί πού ἔδωσε στήν ἐκκλησία ἁγίους, μάρτυρες, καί ἐθνομάρτυρες.
Τό θέμα μας σήμερα εἶναι: Σύγχρονες θεολογικές προκλήσεις καί προοπτικές. Τό θέμα μας ὅπως εἶναι φυσικό ἔχει ὡς κέντρο τήν θεολογία τόσον ὡς σπουδαῖο κλάδο μελέτης ὑπό τήν ἀκαδημαϊκή ἔννοια, ὅσο καί ὡς οὐσιαστικό περιεχόμενο πίστεως. Ἡ πρώτη θεώρηση τῆς θεολογίας ὡς ἀκαδημαϊκοῦ κλάδου εἶναι μᾶλλον διανοητικῆς φύσεως· ἡ ἄλλη τῆς θεολογίας ὡς πίστεως εἶναι προσωπική, διαπροσωπικῆς καί ὑπαρξιακῆς φύσεως. Ἀμφότερες οἱ ἀνωτέρω θεωρήσεις εἶναι πολύ σημαντικές ὡς πεδία ζωῆς καί δραστηριότητος γιά μιά Θεολογική Σχολή ὅπως εἶναι ἡ παροῦσα καί γιά τούς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι διδάσκουν ἤ φοιτοῦν σ’ αὐτήν ἰδίως γιά ἐκείνους πού προορίζονται νά γίνουν κληρικοί.

Ὅταν ὁμιλοῦμε περί συγχρόνων θεολογικῶν προκλήσεων, ἡ πρώτη πρόκληση πού συναντοῦμε εἶναι γλωσσολογική. Δηλαδή, ἡ λέξη θεολογία αὐτή καθ’ ἑαυτήν ἔχει ὑποστῆ διεργασία σημασιολογικῆς διαφοροποιήσεως καί διευρύνσεως. Ἔτσι εἶναι σύνηθες στίς ἡμέρες μας νά ὁμιλοῦμε περί διαφόρων ἐπί μέρους πεδίων θεολογίας, ὅπως ἠθική θεολογία, ποιμαντική θεολογία, λειτουργική θεολογία, κοινωνική θεολογία, ἀσκητική θεολογία κ.ο.κ. Αὐτοί ὅλοι εἶναι χρήσιμοι ὅροι καί σημαντικοί τομεῖς μαθήσεως, πλήν ὅμως εἶναι σχετικές παρεκκλίσεις τῆς ἀρχικῆς καί κεντρικῆς ἐννοίας τῆς θεολογίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀφ´ ἑνός μέν ἡ προσωπική γνώση τοῦ Θεοῦ, καί ἀφ´ ἑτέρου δέ ὁ λόγος περί τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὁμιλοῦν περί θεολογίας, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ ἀρχική ἔννοια τήν ὁποίαν ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των: «Δέν εἶναι ὅλοι σέ θέση νά θεολογοῦν», λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, οῦ παντός τό θεολογεῖν (Λόγος 27.3), ἀλλά μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐξαγνισθῇ ψυχῇ τε καί σώματι καί κατέχουν τήν δυνατότητα τοῦ διαλογισμοῦ καί τῆς προσευχῆς. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ θεολογία δηλαδή ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ καί ὁ περί Θεοῦ λόγος ἀναπτύσσεται ἀπό τή μυστική συνάντηση Θεοῦ καί ἀνθρώπου. Ἡ ὑπερβατική ὅμως αὐτή ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ πρέπει νά διαμορφωθῇ καί νά ἐνημερωθῇ ἀπό τήν Βιβλική Παράδοση καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀληθινός θεολόγος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο «πλάθεται καί πλάθει ἄλλους διά τῆς Ἁγίας Γραφῆς» (Λόγος 28.1). Αὐτό δέν ἀποκλείει τή διανοητική προσέγγιση καί τήν γλωσσική ἐκφορά. Ὁ Εὐάγριος ὁ Πόντιος συνοψίζει τό θέμα λακωνικά στή γνωστή του διατύπωση: «θεολόγος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσεύχεται καί ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσεύχεται εἶναι θεολόγος».
Ἄς προχωρήσουμε λοιπόν σέ ἀνάλυση του θέματός μας «Σύγχρονες θεολογικές προκλήσεις καί προοπτικές» ἔχοντας ὑπ´ὅψιν τήν πατερική ἀντίληψη περί θεολογίας ὡς κοινωνίας μετά τοῦ Θεοῦ καί ὡς οὐσιαστικοῦ λόγου περί Αὐτοῦ.

1. Η Θεολογία ὡς παρουσίαση καί βίωμα -ἀνάλυση τῆς ἀληθείας περί Θεοῦ τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀπό τόν Θεό.
Αὐτή ἡ τελευταία φράση εἶναι ὁ πυρήνας τοῦ θέματος: ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τόν Θεό καί μπορεῖ νά ὁμιλῇ περί Αὐτοῦ τόσον ὅσον ὁ Θεός ἀποκαλύπτει τόν Ἑαυτόν Του στόν ἄνθρωπο.

Τό ὅτι ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα, ὅτι εἶναι αἰώνιος, ἄϋλος, ἀσώματος, ἀόρατος, πέραν τῶν συνηθισμένων αἰσθήσεών μας, ἀποτελεῖ ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς θεολογίας μας. Τό ἐρώτημα πού τίθεται ἀμέσως εἶναι: πῶς ἀκριβῶς ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο;
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται σέ αὐτό τό θέμα στήν Ἐπιστολή του πρός Ρωμαίους (1:19-20): διότι τὸ γνωστὸν τοῦ Θεοῦ φανερόν ἐστιν ἐν αὐτοῖς· ὁ γὰρ Θεὸς αὐτοῖς ἐφανέρωσε. τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται ἡ τε αὐτοῦ δύναμις καί Θεότης.
Ἐδῶ διατυποῦται μέ σαφήνεια ὅτι πρῶτον ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται διά τοῦ φυσικοῦ κόσμου, διά τῆς ὑπάρξεως τοῦ σύμπαντος.
Εἶναι κοινό βίωμα τῆς ἀνθρώπινης φυλῆς τό γεγονός ὅτι τά θαύματα τοῦ σύμπαντος καταδεικνύουν τόν Δημιουργό: οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει το στερέωμα μαρτυρεῖ ὁ Ἱερός Ψαλμωδός (Ψαλμός 18:1). Ἀλλά δέν εἶναι μόνον τά οὐράνια φαινόμενα τά ὁποῖα μᾶς ἀποκαλύπτουν τόν Θεόν. Ὅπως στρέφουμε τήν προσοχή μας στόν πλανήτη μας καί τά πλάσματά του, ἀνακαλύπτουμε ἀπέραντη ποικιλία φυτῶν καί ζώων, καί τήν πολύπλοκη ἰσορροπία τῆς ζωῆς ἀνάμεσά των, καί τούς μυστηριώδεις τρόπους μέ τούς ὁποίους ζοῦν ἀκόμη καί σέ πλέον ἀφιλόξενα περιβάλλοντα.
Ὁ Μέγας Βασίλειος ὡραία παρατηρεῖ (Ἑξαήμερος 1,7) ὅτι: ὁ κόσμος τεχνικόν ἐστί κατασκεύασμα προκείμενον πᾶσιν εἰς θεωρίαν ὥστε δι’ αὐτοῦ τήν τοῦ ποιήσαντος αὐτόν σοφίαν ἐπιγινώσκεσθαι. Ὁ Θεός ἀποκαλύπτει τόν Ἑαυτόν Του στό σύνολο τῆς δημιουργίας Του. Καί συμπληρώνει, «εἷς χόρτος καί μία βοτάνη ἐξαρκεῖ τήν διάνοιάν σου πᾶσαν εἰς τήν θεωρίαν τῆς ἐξειργασμένης αὐτά τέχνης ἀπασχολῆσαι (Ἑξαήμερος 1,7)

Παρά ταῦτα, στό θέμα αὐτό ἐμφανίζεται μιά σοβαρή πρόκληση γιά την θεολογία ἀπό πλευρᾶς ὁρισμένων ἐπιστημόνων. Πρόκειται γιά τήν ἐπιχειρηματολογία ὅτι στό θέμα τῆς δημιουργίας τοῦ σύμπαντος ὑπάρχει ἐγγενής διαφωνία μεταξύ ἐπιστήμης καί θεολογίας. Ὁρισμένοι ἐπιστήμονες ἰσχυρίσθηκαν ὅτι τό σύμπαν ὡς ὅλον καί ὡς ἐπί μέρους ὅντα καί φαινόμενα δέν ἀποκαλύπτει τόν Θεόν πού δέν ὑπάρχει, ὅτι θεωρίες τῆς ἀστρονομίας, τῆς φυσικῆς καί τῆς βιολογίας ἔδειξαν ὅτι τό σύμπαν δημιουργήθηκε αὐτομάτως χωρίς να χρειάζεται Θεό Δημιουργό, ὁ ὁποῖος οὕτως ἤ ἄλλως γι’ αὐτούς δέν ὑπάρχει.

Οἱ ἐπιστήμονες αὐτοί, ἄσχετα μέ τήν κατάρτισή των στούς τομεῖς μελέτης των, ἔχουν ξεχάσει ἕνα σημαντικό μάθημα τῆς ἱστορίας τῶν ἐπιστημῶν, ὅτι: δηλαδή ὅτι οἱ ἐπιστημονικές θεωρίες ἔρχονται καί παρέρχονται.
Καί τά θεολογικά συμπεράσματα πού ἀντλήθηκαν ἀπ’αὐτές τίς ἐγκαταλελειμένες θεωρίες ἔχασαν τό κύρος καί τή βασιμότητά τους.
Οἱ ἐπιστήμονες ἔχουν τήν ἀκαδημαϊκή εὐθύνη νά μήν ἐκφέρουν ἐπιπόλαιες ἀπόψεις γιά τή θεολογία, μέ ἰδεολογικές ἀπόψεις περί δημιουργίας τοῦ σύμπαντος πού κεῖνται ἐκτός τοῦ πεδίου ἐρεύνης των, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά οἱ θεολόγοι οἱ ὁποῖοι σέβονται τόν κλάδο τους πρέπει νά προσέχουν στήν διατύπωση ἀπόψεων σχετικῶν μέ καθαρά ἐπιστημονικά θέματα. Ἡ θεολογική προοπτική εἶναι πάντοτε καί μόνον ἡ ἀλήθεια πού ἀποκαλύπτεται ἀπό τόν Θεό γιά τόν Θεό καί τόν κόσμο. Ὅλα ὅσα ὁ Θεός κάνει γνωστά σέ μᾶς γιά τόν Ἑαυτόν Του τά κάνει ὡς παραχώρηση στή δική μας ἀδυναμία καί ἄγνοια, καί ἐνδύει τόν Ἑαυτόν Του μέ γλώσσα ἡ ὁποία παραδόξως μπορεῖ νά ἀποκρύπτῃ τήν ἴδια ἀκριβῶς στιγμή πού ἀποκαλύπτει.

Αὐτή ἡ ἄποψη παρουσιάζεται μέ σαφήνεια ἀπό τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο στούς Θεολογικούς Λόγους του. Ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ ἐπιχειρήματός του ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ νεο-Ἀρειανισμοῦ εἶναι ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γλώσσα εἶναι ἀνεπαρκής νά μεταδώσῃ τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί ὁ ἀνθρώπινος νοῦς νά τήν κατανοήσῃ. Λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος: φράσαι δέ ἀδύνατον. Ἀλλά φράσαι μέν ἀδύνατον, ὡς ὁ ἑμόν λόγος, νοῆσαι, δέ ἀδυνατώτερον (Λόγος 28.4).
Τόσο οἱ ἐπιστήμονες τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν ὅσο καί θεολόγοι, σεβόμενοι τήν σοφία τῶν πατέρων διαπιστώνουν ὅτι δέν ὑπάρχει σύγκρουση μεταξύ τῶν τομέων μαθήσεως. Σέ τελευταία ἀνάλυση δέν φαίνεται νά ὑπάρχῃ σύγκρουση μεταξύ θεολογίας καί ἐπιστήμης. Παρά ταῦτα, στό θέμα αὐτό ὑπάρχει πάντοτε μιά πρόκληση γιά τήν θεολογία.

Ὁμιλοῦμε ὡς τώρα περί τῆς θεολογίας ὡς παρουσιάσεως καί ἀναλύσεως τῆς ἀληθείας περί Θεοῦ τήν ὁποία Ἐκεῖνος ἀποκαλύπτει στό βασίλειο τῆς Δημιουργίας τοῦ σύμπαντος. Ἀλλά, βεβαίως, πέραν τῆς γενικῆς ἀποκαλύψεως τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ὑπάρχει καί ἡ ἰδιαίτερη ἀποκάλυψη τήν ὁποία ὁ Θεός προσφέρει διά τῶν ἐπιλέκτων ἀνθρώπων Του: τῶν προφητῶν, Ἀποστόλων, μαρτύρων, ἁγίων καί τῶν Πατέρων· πρωτίστως δέ διά τοῦ Χριστοῦ, τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ ἰδιαίτερη ἀποκάλυψη ἔχει ἐνσωματωθῇ γιά μᾶς στήν Ἁγία Γραφή στόν κανόνα τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης καί στήν εὐρύτερη θεολογική ἑρμηνεία τοῦ κανόνος αὐτοῦ διά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὑπερόχων θεολογικῶν ἔργων τῶν πατέρων, διά τῶν λόγων καί τῶν πράξεων τῶν ἁγίων καί τῶν μαρτύρων, διά τῶν ἐμπειριῶν τῶν ἀσκητικῶν Πατέρων, καί διά τῶν προσευχῶν καί τῆς ὑμνολογίας τοῦ τεραστίου ὄγκου τῶν λειτουργικῶν κειμένων μας.
Γιά τόν λόγο αὐτό, κάθε θεολόγος ἔχει τήν ὑποχρέωση πρωτίστως νά καταστῇ γνώστης τῆς φανερώσεως τοῦ Θεοῦ διά τῆς Ἅγίας Γραφῆς . Ἐδῶ ὑπάρχει μιά πρόκληση καί ταυτοχρόνως μιά σημαντική θεολογική προοπτική.
Ἐδῶ προβάλλεται ἡ ἀνάγκη καί ἀποστολή, ἡ δεολογία νά ἀναλύσῃ, νά ἑρμηνεύσῃ καί νά προβάλῃ αὐτόν τόν τεράστιο πλοῦτο τῆς ἀληθείας πού ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό διά τοῦ Χριστοῦ καί διατηρεῖται ζωντανή ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ σέ μιά γλῶσσα κατανοητή καί πειστική γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο.
Ἐφόσον ἡ θεολογία εἶναι παρουσίαση καί ἀνάλυση τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, καί ἐφόσον ἡ καρδιά τῆς ἀποκαλύψεως εἶναι ὑπό μορφή κειμένου δηλ. γραπτοῦ λόγου, ἡ θεολογία ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν χρήση τῆς γλώσσης δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἱστορικά οἱ τομεῖς τῆς γλωσσολογίας καί τῆς γραμματικῆς ἔχουν ἀναπτυχθῇ κυρίως ἀπό τό ἐνδιαφέρον γιά τή σωστή ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί γενικά τῶν ἱερῶν κειμένων.

2. Ἡ Θεολογία προσφέρει τή γλώσσα καί τήν πράξη τῆς λατρείας
Ἕνα δεύτερο πεδίο θεολογικῶν προκλήσεων καί προοπτικῶν συνδέεται με τήν γλῶσσα καί πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς λατρείας μας. Αὐτό γίνεται μέ δύο τρόπους: πρῶτον, μέ τήν γλωσσική ἀνάπτυξη τῶν Βιβλικῶν κειμένων πού ἀποτελοῦν τήν βασική μορφή τῆς λειτουργικῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας μας καί δεύτερον μέ τήν ὑπέροχη θεολογική γλωσσική ἐπένδυση τῆς Ὀρθοδόξου τελετουργίας.

Ἄς μελετήσουμε τόν πρῶτο τρόπο. Ἄν ἀνοίξῃ κανείς τά λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, θά διαπιστώσῃ ὅτι ἡ λατρεία μας διαποτίζεται ἀπό βιβλικά κείμενα. Ὁλόκληρη ἡ Καινή Διαθήκη καί μεγάλο μέρος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔχουν ἐνσωματωθῇ κατά λέξιν στις ποικίλες ἀκολουθίες καί καί λατρευτικές ἐκφάνσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἐντόνου βιβλικῆς παρουσίας στή λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἡ εὐρύτατη χρήση τῶν ψαλμῶν της Παλαιᾶς Διαθήκης.
Οἱ Ψαλμοί κατέχουν κυρίαρχη θέση στόν τομέα τῆς Θεολογίας, τόσο γιά τήν προφητική Χριστολογική μαρτυρία τους ὅσο καί γιά τήν ἐπίδρασή τους στή λειτουργική ζωή τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανισμοῦ. Δέν ὑπάρχει Θεία Λειτουργία, καθημερινή ἀκολουθία ἤ περιστασιακή προσευχητική τελετή ἡ ὁποία νά μήν περιέχῃ ἤ τουλάχιστον νά μήν ἀναφέρει κάποιο κείμενο ἀπό τήν Καινή Διαθήκη ἤ τούς Ψαλμούς.

Ἡ χρήση ὅμως τῶν ἐξαίσιων αὐτῶν κειμένων ἔχει ἐπιδράσει δημιουργικά στην θεολογική διαμόρφωση τῆς γλῶσσας τῆς λατρείας μας.
Ἐξ αἰτίας τῆς ἀφθάστου θεολογικῆς ποιότητος τῶν ἀνωτέρων βιβλικῶν κειμένων ἡ Ὀρθόδοξη λειτουργική γλῶσσα πού τούς συνοδεύει εἶναι πάντοτε ὑψηλῆς ποιότητος ἀπό πλευρᾶς ρητορικῆς, ποιητικῆς και θεολογικῆς. Ἡ λειτουργική μας γλῶσσα δέν εἶναι γλῶσσα κοινότυπη καί ἁπλοϊκή. Εἶναι γλῶσσα ὑπέροχης ὡραιότητος καί θαυμαστῆς εὐφράδειας.

Κάθε λέξη ἔχει ἐπιλεγῇ ἐπιμελῶς: γιά τήν ἀκρίβεια τῆς ἐννοίας, γιά τόν ἦχο καί τό μέτρο της, γιά τήν παρήχηση καί τό ρυθμό της. Ὑπάρχει διάχυτο μεγαλεῖο παντοῦ. Ἀκόμη καί ὅταν ἁπλᾶ διαβάζονται, οἱ Ὀρθόδοξες προσευχές γίνονται γοητευτικοί ὕμνοι ἐνῷ πάντοτε προσφέρουν ἀπίθανο θεολογικό βάθος.
Ἀναφέρω μεταξύ ἄλλων τό εὔγλωττο παράδειγμα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ὁ ὁποῖος προσφέρει ἐντυπωσιακή θεολογία σέ ποιητική γλῶσσα καί ὁ ὁποῖος μέ ἔντεχνη χρήση παραλληλισμῶν, ἀντιθέσεων, παρηχήσεων, παρονομασιῶν, καθώς καί τῆς ἀλφαβητικῆς ἀκροστιχίδος ἡ ὁποία τόν διατρέχει, προβάλλει εὔστοχα τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου διά τῆς Θεοτόκου.

Σκεφθεῖτε ἐπίσης τήν ὑμνολογία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος στήν ὁποία οἱ κανόνες καί ὕμνοι κάθε ἡμέρας ὡς τό Πάσχα δέν ἀποτελοῦν μόνο τά οὐσιαστικότερα θεολογικά κείμενα γιά τό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀλλά καί τήν ὑψηλότερη θεολογική γλῶσσα.
Ἄς μνημονεύσουμε ἀκόμη καί τό παράδειγμα τῶν Ἀναστασίμων Ἐξαποστειλαρίων τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς, καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κάθε ἐξαποστειλάριο ἀναπτύσσει σέ θεολογική γλώσσα τίς ἰδέες τοῦ Εὐαγγελίου πού μόλις ἀναγνώσθηκε. Εἶναι, κατ’οὐσίαν, σύντομες Εὐαγγελικές παραφράσεις σέ μετρικό ρυθμό, πού ἐπιτυγχάνουν νά ἐνσωματώσουν τίς ἀκριβεῖς λέξεις τῶν Εὐαγγελιστῶν ἀλλά σέ ποιητική μορφή.

Σέ ὅλους τούς ὕμνους τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καί τῆς Θείας Λειτουργίας, βρίσκουμε ἀναρίθμητες παραπομπές καί ἔμμεσες ἀναφορές στή Βίβλο ὡς πηγή τῆς θεολογίας καί τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Δέν ὑπάρχει δυστυχῶς ἀρκετός χρόνος γιά νά παρουσιάσουμε τόν πλοῦτο τῆς ὑπέροχης ποιήσεως, ὑμνολογίας καί προσευχῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, καί τούς ἐπινοητικούς τρόπους διά τῶν ὁποίων ἐνσωματώνουν ἀμέσως ἤ ἐμμέσως τήν θεολογία ἡ ὁποία μᾶς παρέχεται μέσω τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν κειμένων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μεγάλη πρόκληση καί προοπτική στήν προκειμένη περίπτωση εἶναι ἡ παρουσίαση καί ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ πλούτου τῆς λατρείας μας ὡς μοναδικοῦ μέσου γνώσεως τοῦ Θεοῦ καί ἐπικοινωνίας μετ’ Αὐτοῦ.
Πρίν κελίσουμε τό θέμα τῶν θεολογικῶν προκλήσεων καί προοπτικῶν σχετικά μέ τήν λατρεία, ἄς ἀναλογισθοῦμε ἕστω καί γιά μιά στιγμή τόν δεύτερο τρόπο ὁ ὁποῖος συνδέει τήν θεολογία μέ τήν λατρευτική πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐννοοῦμε ἐδῶ τελετουργικές κινήσεις καί πράξεις, ὅπως συμβαίνει στήν τέλεση τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί τῶν λοιπῶν ἱερῶν Μυστηρίων. Στήν Ἐκκλησία μας, γιά ὅλες τίς ἁγιαστικές πράξεις πού ἐκτελεῖ ὁ λειτουργῶν κληρικός, ὑπάρχουν Βιβλικά προηγούμενα, τά ὁποῖα ὅμως προσφέρονται μέσα σέ πλαίσιο θεολογικῆς γλώσσης ἐξαιρετικά ἀνεπτυγμένης. Οἱ διάφορες κινήσεις καί τελετουργικές πράξεις καί τά χρησιμοποιούμενα ὑλικά στήν τέλεση τῶν ἱερῶν μυστηρίων, ἑρμηνεύονται μέ ἀπαράμιλλο θεολογικό τρόπο μέσῳ τῶν κειμένων πού χρησιμοποιοῦνται στίς παραπάνω ἱερές ἀκολουθίες. Πέραν τῆς ἀναγνώσεως τῶν σχετικῶν λειτουργικῶν κειμένων εἶναι ἀπαραίτητο νά ὑπάρχῃ πάντοτε ὁ γνήσιος θεολογικός λόγος τοῦ ἱερουργοῦντος. Καί αὐτό βεβαίως ἀποτελεῖ πρόκληση καί εὐλογημένη προοπτική.

3. Ἡ Θεολογία ὡς παράγων διαμορφωτικός τῆς ἀποστολῆς καί τοῦ λειτουργήματος τῆς Ἱερωσύνης.
Ἡ Θεολογία δέν περιορίζεται μόνο στήν παρουσίαση καί ἀνάλυση τῆς ἀλήθειας τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀπό τόν Θεό, ἤ στήν προσφορά τῆς κατάλληλης γλώσσας καί πράξεως στή διαμόρφωση τῆς λατρείας. Εἶναι ἐπιπλέον καί οὐσιωδέστατος παράγων διαμορφωτικός τῆς ἀποστολῆς καί τοῦ λειτουργήματος τῆς ἱερωσύνης. Δέ νοεῖται νά εἶναι κάποιος ἱερέας ἤ διδάσκαλος θρησκευτικῶν χωρίς νά διαθέτει ἰσχυρή καί πλήρη θεολογική κατάρτιση.

Δέν ὑπάρχει κανείς καλύερος ὑπέρμαχος αὐτῆς τῆς ἰδέας ἀπό τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, εἰδικώτερα ὅπως ἐκφράσθηκε στόν Δεύτερο Λόγο του περί τῆς Ὑπερασπίσεως τῆς εἰς Πόντον φυγῆς του. Σέ αὐτό τόν λόγο του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀναπτύσσει τή σκέψη του γιά τήν ἀναγκαιότητα ὑπάρξεως ἱερέων οἱ ὁποῖοι κατανοοῦν πλήρως τό πῶς τά δόγματα καί οἱ ἐντολές τῆς Βίβλου, δηλ. μιά ἰσχυρή θεολογική γνώση, λειτουργοῦν ὡς φάρμακα γιά τήν ἀντιμετώπιση πνευματικῶν ἀσθενειῶν (2.16). Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀποκαλεῖ τήν ποιμαντική αὐτή φροντίδα τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν (2.16).· Λέγει ὅτι ὁ θεράπων τῶν ψυχῶν ἀναλαμβάνει ἔργο πιό ἐπίπονο καί πιό σημαντικό ἀπό τό ἔργο τῶν ἰατρῶν πού θεραπεύουν τό σῶμα.

Ἡ ποιμαντική θεραπευτική προσφορά τοῦ κληρικοῦ πραγματοποιεῖται πρωτίστως μέσῳ αὐτοῦ τό ὁποῖο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος θεωρεῖ πρῶτο καθῆκον, ἤτοι τήν διανομή ἤ σποράν τοῦ λόγου (2.35). Τονίζει ὅτι οἱ λέξεις ἔχουν τεράστια δύναμη, θεραπεύουν ἀλλά μποροῦν καί νά τραυματίσουν. Ὅπως ἕνας ἐπιδέξιος θεραπευτής σωμάτων, ὁ κληρικός ὡς θεραπευτής ψυχῶν πρέπει νά εἶναι καλός θεολόγος, νά γνωρίζῃ τό σωστό πνευματικό φάρμακο γιά κάθε περίπτωση ἤ γιά κάθε ψυχή. Αὐτό ἀπαιτεῖ πρωτίστως φροντίδα, προετοιμασία, μελέτη καί καλή θεολογική κατάρτιση γιά νά ἀντλῇ ἀπό τόν πλοῦτο τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς πείρας τῆς Ἐκκλησίας.

Γράφει χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος:

… Ὅπως τό ἴδιο φάρμακο καί ἡ ἴδια τροφή δέν χορηγοῦνται στούς ἀνθρώπους μέ τόν ἴδιο τρόπο, ἀλλά γίνεται διαφοροποίηση σύμφωνα μέ τόν βαθμό ὑγείας ἤ ἀσθενείας τους· ἔτσι κατ’αὐτό τόν τρόπο ἀντιμετωπίζονται καί οἱ ψυχές μέ διαφορετικές ὁδηγίες καί ὑποδείξεις.
Ὁρισμένοι χρειάζεται νά τραφοῦν μέ τό γάλα τῶν ἁπλουστέρων καί στοιχειωδῶν δογμάτων· ἄλλοι ἀπαιτοῦν τήν σοφία ἡ ὁποία μοιράζεται μεταξύ τῶν τελείων, καί τήν ὑψηλότερη καί πιό στερεά τροφή.
Τά θέματα αὐτά ἀπαιτοῦν ἐξαιρετική ἱκανότητα καί κατάρτιση στή θεολογία. Καί μαζί μέ αὐτά, ἀπαιτοῦν ἀπό τόν ἱερέα νά εἶναι ὁ ἴδιος ἐμπνευσμένος καί διαμορφωμένος ἀπό τήν θεία ἀποκάλυψη καί τό φῶς τῆς θεολογίας. Διότι εἶναι ἁμαρτία γιά ἕναν ἡγέτη, λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος (Λόγος 43 περί Ἁγ. Βασιλείου, 38), νά ἀποτύχῃ νά ὑπερβῇ τό ἐπίπεδο ἀρετῆς τῆς πλειοψηφίας τῶν πολλῶν καί διά συνεχοῦς προόδου νά συνδέσῃ τήν ἀρετή του μέ τήν ἀξιοπρέπεια καί τό ἀξίωμά του. Ἐδῶ ἔχουμε μιά σαφῆ θεολογική πρόκληση ἀλλά καί προοπτική.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀνέβασε τά κριτήρια ἀκόμη ὑψηλότερα. Στό σπουδαῖο ἔργο του «Ὅροι κατά πλᾶτος», λέγει ὅτι οἱ ἡγέτες στήν Χριστιανική κοινότητα πρέπει πρῶτα νά καταστήσουν ἑαυτούς πιστά ἀντίγραφα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέσῳ τῆς ταπεινότητος σύμφωνα μέ τό πρότυπο τό ὁποῖο ἔθεσε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός (Ὅρος 43). Καί συμπληρώνει ὅτι ὁ Χριστιανός ἡγέτης πρέπει νά κάνῃ τή ζωή του φωτεινό ὑπόδειγμα γιά τήν τήρηση κάθε ἐντολῆς τοῦ Κυρίου, οὕτως ὥστε νά μήν ὑπάρξῃ δικαιολογία γι’αὐτούς ὑπό τήν καθοδήγησή του νά σκεφθοῦν ὅτι οἱ ἐντολές τοῦ Κυρίου εἶναι ἀδύνατες ἤ εὔκολα παραβλέψιμες.
Γι’ αὐτό τόν λόγο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ὅπως ἀναφέραμε νωρίτερα, εἶπε ὅτι ἡ θεολογία δέν εἶναι κάτι τό ὁποῖο μποροῦν ὅλοι εὔκολα νά ἐξασκήσουν. Καί πρόσθεσε στούς Ρητορικούς Λόγους του ὅτι ἡ μελέτη τῆς Βίβλου δέν εἶναι πρωτίστως συσσώρευση πληροφοριῶν ἀλλά μᾶλλον ἡ βίωση τῆς ἐμπειρίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό ὑπέρτατο πρότυπο γιά τήν διαμορφωτική δύναμη τῆς θεολογίας στήν ἀποστολή καί λειτουργία τοῦ κληρικοῦ εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά καταστήσῃ τόν ἄνθρωπο Θεόν κάτωθεν ἀνελθόντα (Λόγος 30.21).

4. Συμπερασματικές Σκέψεις – Ἡ Μεταμορφωτική Φύση τῆς Θεολογίας

Τό θέμα «Σύγχρονες θεολογικές προκλήσεις καί προοπτικές μᾶς ἔδωσε τήν εὐκαιρία νά δοῦμε τήν θεολογία πρῶτον ὡς παρουσίαση καί ἀνάλυση τῆς ἀλήθειας τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀπό τόν Θεό, δεύτερον ὡς διαμορφωτικό παράγοντα τῆς γλώσσης καί τῆς πράξεως τῆς λατρείας, καί τρίτον ὡς διαμορφωτικό παράγοντα τῆς ἀποστολῆς καί λειτουργίας τῆς Ἱερωσύνης. Τό κύριο καί κοινό στοιχεῖο σέ ὅλα αὐτά εἶναι ὅτι ἡ θεολογία ἀποτελεῖ τεράστια μεταμορφωτική δύναμη. Ἡ οὐσιαστική πρόκληση καί ἡ ἀληθινή προοπτική εἶναι μιά θεολογία πού μεταμορφώνει καί ἐκφράζεται ἀπό θεολόγους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄνθρωποι μεταμορφούμενοι στό μέτρο ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο (πρός Ἐφεσίους 4:13). Ἕνας ἀληθινός θεολόγος πού ἀντιμετωπίζει τίς σύγχρονες προκλήσεις δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας καλός μελετητής, ἕνας δεξιοτέχνης συγγραφέας, ἤ ἕνας εὔγλωττος ὁμιλητής. Ἀληθινός θεολόγος εἶναι κάποιος ὁ ὁποῖος εἶναι σέ διαδικασία πνευματικῆς μεταμορφώσεως μέσῳ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἐγκατοικήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτή τήν μεταμορφωτική δύναμη τῆς θεολογίας τήν βλέπουμε ἀνάγλυφα στίς περιπτώσεις τριῶν μεγάλων μορφῶν τῆς πίστεως πού ἀπεκλήθησαν ἀπό τήν Ἐκκλησία Θεολόγοι. Πρόκειται γιά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο καί Εὐαγγελιστή, γιά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί γιά τόν Ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος πρίν συναντήσει τόν Χριστό ἦταν ἕνας ἁπλός ψαράς τῆς Γαλιλαίας. Ἀφοῦ γνώρισε τόν Κύριο, μεταμορφώθηκε πλήρως, ἔγινε ὁ ἀγαπημένος μαθητής, ὁ εὐαγγελιστής, ὁ συγγραφέας τοῦ τετάρτου Εὐαγγελίου, τριῶν ἐπιστολῶν καί τοῦ τελευταίου βιβλίου τῆς Καινῆς Διαθήκης, δηλ. τῆς Ἀποκαλύψεως.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὡς εὐφυέστατος νέος ἦτο μελετηρός: ἐπιμελής καί ἐσωστρεφής. Δέν ἐκτιμοῦσε τήν πολιτική καί κυριολεκτικά δραπέτευσε ἀπό τίς εὐθῦνες τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Καί ὅμως, μέ τήν ἀφοσίωσή του στή θεολογία, αὐτός ὁ ντροπαλός καί εὐαίσθητος ἄνθρωπος μεταμορφώθηκε, ἔγινε πνευματικός ποιμήν ὅλων τῶν εἰδῶν τῶν ἀνθρώπων, καί ἕνας ἀπό τούς μεγαλυτέρους πρωταθλητές τῆς Ὀρθοδοξίας στή μάχη ἐναντίον τῆς φοβερῆς αἱρέσεως τοῦ Ἄρείου. Μεταμορφώθηκε ἀπό μοναχικός βιβλιοφᾶγος σέ μεγᾶλο ἀπόστολο καί ἁλιέα ἀνθρώπων.

Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος γεννήθηκε ὅπως ξέρουμε σέ ἀρχοντική οἰκογένεια καί μορφώθηκε στά σαλόνια τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος. Προοριζόταν μέ γήϊνους ὅρους γιά μιά ζωή προνομίων καί ἀνέσεως. Ἀλλά ὅταν ἔγινε δεκατεσσάρων ἐτῶν γνώρισε ἕναν μοναχό ἀπό τή Μονή Στουδίου στήν Κωνσταντινούπολη καί ἀπό τή στιγμή ἐκείνη ἄρχισε νά μελετάῃ καί νά βιώνῃ τή θεολογία ἡ ὁποία τόν μεταμόρφωσε. Ὁ ἄνθρωπος τῶν ὑψηλῶν κοινωνικῶν προνομίων μεταμορφώθηκε σέ ταπεινό ἀσκητή καί ταυτοχρόνως σέ ἄνθρωπο πρωτοφανοῦς θεολογικῆς παρρησίας καί τόλμης.
Ἐδῶ πρόκειται ὅπως καί στίς περιπτώσεις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου γιά μιά θεολογία ἀληθινή, μεταμορφωτική καί τολμηρή ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Αὐτό ἐννοοῦσε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὅταν ἔγραφε ὅτι ὁ ἀληθινός θεολόγος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος πλάθεται καί πλάθει ἄλλους διά τοῦ θείου λόγου (Λόγος 28.1).

Αὐτή ἡ θεολογία μέ τήν ἀκατανίκητη μεταμορφωτική της δύναμη μπορεῖ νά ἀντιμετωπίσῃ ὅλες τίς σύγχρονες προκλήσεις. Μπορεῖ νά ἀντιμετωπίσῃ τίς προκλήσεις πού προέρχονται ἀπό τήν ἐπιστήμη καί τήν φιλοσοφία, ἀπό τήν πολιτική καί τήν τεχνολογία, ἀπό τήν διαφθορά καί τήν κοινωνική σύγχυση, ἀπό τήν ἀθεΐα καί τόν ἀγνωστικισμό, ἀπό τίς καινοφανεῖς ἰδεολογίες καί τήν ἄρνηση τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν, ἀπό τήν διάβρωση τῶν θεσμῶν καί τόν εὐτελισμό τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτή ἡ θεολογία μέ τήν μεταμορφωτική της δύναμη προσφέρει μεγάλες καί ἐλπιδοφόρες προοπτικές. Προοπτικές ἐλπίδος σέ ἕνα κόσμο πού ἀναζητεῖ λύσεις σέ ἄλυτα προβλήματα. Προοπτικές ἀνοίγματος πρός τόν κόσμο τοῦ αἰωνίου καί φιλανθρώπου Θεοῦ. Προοπτικές σωτηρίας καί ὑπερβάσεως τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου.

Αὐτήν τήν θεολογία καλλιεργεῖ καί διδάσκει ἡ νέα Θεολογική Ἐκκλησιαστική Σχολή τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριος Κύριος Χρυσόστομος. Γι’αὐτό καί εἶναι βέβαιο ὅτι θά γίνῃ ἕνα κέντρο πού θά ἐκπέμπῃ μεταμορφωτική θεολογία πέραν τῆς ἡρωϊκῆς Μεγαλονήσου. Θεολογία ἡ ὁποία μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀπέραντη εὐλογία Του θά ἀπαντᾶ δημιουργικά στίς προκλήσεις καί θά ἀνοίγῃ ὁδούς καί προοπτικές γιά ἕνα καλύτερο αὔριο.
Μιά θεολογία ἡ ὁποία ἀντλεῖ ἀπό τόν πλοῦτο τοῦ παρελθόντος καί τήν ἐμπειρία τοῦ παρόντος καί δέν περιμένει παθητικά τό μέλλον ἀλλά δημιουργεῖ τό μέλλον καί μέ τήν δύναμη καί χάρη τοῦ Θεοῦ οἰκοδομεῖ τό αὔριο. Ἕνα αὔριο ἄξιο τοῦ ἀνθρώπου ὡς τέκνον τοῦ Παντοκράτορος Θεοῦ.

Comments are closed.