0

Όσοι αφελείς παρασύρθηκαν από τις ψευδολογίες της αλήστου μνήμης Χούντας, ότι ουδείς συνέτρεχε κίνδυνος τουρκικής εισβολής, το μαύρο πρωΐ της 20ης Ιουλίου 1974, κατελήφθησαν εξ απίνης και πανικοβλήθηκαν από τον αιφνιδιασμό των αεροπορικών

βομβαρδισμών κι ένιωσαν τον τρόμο να συγκλονίζει τα σωθικά τους, όπως τη γη που ανάσκαφταν οι οβίδες του επιδρομέα. Κι οι φρόνιμοι άνθρωποι, που ανέμεναν το κακό να ξεσπάσει με τις καρδιές σφιγμένες, έβλεπαν την ιστορία να επαναλαμβάνεται σ΄ όλες τις τραγικές της πτυχές, ενώ οι ιστορικές αναφορές, σαν βιβλικές προφητείες από τα χάη του χρόνου, επανέρχονταν καταιγιστικές στην κοχλάζουσα μνήμη. Η έντρομη φυγή των Κερυνειωτών θύμιζε τη μαρτυρία του Γεωργίου Παχυμέρη για τους πρόσφυγες: «Άποροι και γυμνοί και ανέστιοι, όπη εκάστω εις σωτηρίαν έδοξεν ασφαλές, όλω ποδί ανεχώρουν». Και την ανατριχιαστική μαρτυρία αναζήτησης σωτηρίας στο χάος που προκαλούσε η επερχόμενη τουρκική λαίλαπα: «… ουδέ γαρ ην όστις ου των ιδίων απεθρήνει την στέρησιν, της μεν ανακαλουμένης τον άνδρα, της δε τον υιόν ή μην την θυγατέρα, άλλης αδελφόν τε και αδελφήν και άλλης άλλο τι συγγενείας όνομα, πάντων δε ελεεινώς προκειμένων, των μεν εντός πόλεως, των δε και εκτός, παρ΄ αιγιαλόν εικαίως κατασπονδουμένων, λείψανα φερόντων ζωής και βίου».

Τα ίδια συνέβαιναν τον Ιούλιο του 1974 κι ύστερα τον Αύγουστο, όταν η φρίκη της ανεμπόδιστης εισβολής ερήμωνε χωριά και πόλεις κι οι τρισδυστυχισμένοι πρόσφυγες, σε τραγικές φάλαγγες πανικόβλητων, απροστάτευτων, κατατρεγμένων ανθρώπων, έτρεχαν ξερριζωμένοι όπου νόμιζαν ότι θα έβρισκαν σωτηρία, ιχνηλατώντας δραματικά στους δρόμους διαφυγής, αναζητώντας γονιούς, παιδιά, αδέλφια, συζύγους, απλώνοντας με τα κλάματα τις αβάσταχτες αγωνίες σε πόλεις, αγρούς και γιαλούς, όπου περίσσευαν ο καημός κι η απόγνωση.

Υπήρχαν άνθρωποι που γνώριζαν ότι  θα ήταν αναπόφευκτη η επανάληψη της παρατήρησης του Vasilief ότι «η κατάκτησις της Μικράς Ασίας επήνεγκε την κατάρρευσιν του Ελληνισμού ως στοιχείου εθνολογικού και πολιτιστικού» από την αναγκαστική διαρροή του πληθυσμού («Πυρσός» – μελέτη Δ. Ζακυθηνού, σελ. 254).

Οι ιστορικοί προειδοποιούσαν, οι επαΐοντες πρόβλεπαν, οι Τούρκοι επαναλάμβαναν. Μόνο οι ηλίθιοι της χούντας δεν αντιλαμβάνονταν την εθνική συμφορά που θα προκαλούσαν με την αφροσύνη τους, που τελικά στοιχειοθέτησε στην εθνική συνείδηση την ουδέποτε απαγγελθείσαν εσχάτη προδοσία. Γιατί να μεν κάποιοι σύρθηκαν στο εδώλιο και φυλακίστηκαν, αλλά για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, όχι για το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και τις «αναδιπλώσεις» ενώπιον του επελαύνοντος εισβολέα, που ξερρίζωσε το ένα τρίτο του άμαχου πληθυσμού και κατέκτησε το 37% των ανοχύρωτων, των εγκαταλειφθέντων εδαφών της προδομένης Κύπρου.

Η απόπειρα απόδοσης της ευθύνης για το ιστορικό έγκλημα σε άφρονες και παράφρονες, αποδεικνύεται λόγος κενός και πομφόλυγα. Σαπουνόφουσκα, προς παραπλάνηση αφελών και εύπιστων. Γιατί ενώ ουδείς αντιμετώπισε την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και άρα ουδείς εφυλακίσθη, ουδείς ενεκλείσθη σε φρενοκομείο ως επικίνδυνος παράφρων.

Και για μεν το πραξικόπημα και το άνοιγμα της Κερκόπορτας υπάρχουν οι ένοχοι και είναι γνωστοί. Αλλά για την ουσιαστική σιωπηρή απαλλαγή τους ευθύνονται οι διαδεχθέντες τη χούντα πολιτικοί, που επιμελώς απέφυγαν να κατηγορήσουν τους εθνικούς εγκληματίες ως σχιζοφρενείς έστω, με αποτέλεσμα ο Γρηγόριος Μπονάνος και οι συνεργοί του να ευωχούνται, στα σαλόνια της αναισχυντίας, απολαμβάνοντας συντάξεις στρατηγών και διακρίσεις αρχηγών ενόπλων δυνάμεων, ο δε κακός δαίμων, Δημήτρης Ιωαννίδης να εφησυχάζει έως θανάτου στον Κορυδαλλό της εγκληματικής αλαζονείας του, στο καταφύγιο της σχιζοφρενικής σιωπής του.

Η αποφράδα επέτειος της 20ης Ιουλίου 1974 και εκείνη της 14ης Αυγούστου, είναι στίγματα μελανά στην ελληνική ιστορία. Παραδίδουν στο αιώνιο ανάθεμα εκείνους που παρέδωσαν στον Τούρκο εισβολέα την νοτιονατολικότερη εσχατιά του Γένους. Αλλά και τηλεβόες κρίσης και κατάκρισης εναντίον εκείνων που δεν κατεδίκασαν τους ενόχους, ούτε οργάνωσαν ως τώρα την άρση της αδικίας και την αποτίναξη της προσβολής, με την διεκδίκηση της απελευθέρωσης του σκλαβωμένου τμήματος της Μεγαλονήσου. Και τούτο συνιστά εκούσια παράταση της τραγωδίας, της οποίας η αποφυγή της εξιλέωσης και η άρνηση της λύσης είναι αναπόφευκτο να επιφέρουν κατά συρροήν εθνικές συμφορές εις βάρος του συνόλου του ελληνισμού, από Αποστόλου Ανδρέα έως Βορείου Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης και Αιγαίου. Η εισβολή και η κατοχή του 1974, όσο παραμένουν δράματα χωρίς τη λύση, πολύ φοβούμεθα ότι θα έχουν τις συνέπειες από τη διέλευση κομήτη, που έστω και αν απομακρυνθεί, η ουρά του θα σαρώνει ότι απέμεινε όρθιο από το ολέθριο πέρασμά του. Θα ολοκληρώνει τη συμφορά. Θα επιβάλει τη λύση της τραγωδίας με την πανωλεθρία. (www.giannisspanos.com)

Comments are closed.