0

Με την συμπαντική ουρανοβασία του Αυγερινού, «το αστρούιν της αυκής»εισήγαγε στην χρυσαυγή της ελληνικής πνευματικής δημιουργίας τον ρυθμό. Τον ποιητικό ρυθμό, με τους χρονικά αοράτους σκαπανείς των επικών κόσμων και ο «Πήγασος» ενέπνευσε στον Όμηρο το μέτρο, που οι χορδές της κιθάρας του ερρύθμισαν την ομορφιά της ζωής μας με τη μουσική της να συνοδεύει τον λυρισμό μας από τον 9ο π.Χ. αιώνα, σ’ ένα μακρύ κι ατελεύτητο κύμα σύνθεσης της αρμονίας με τον δακτυλικό εξάμετρο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας του προπάτορα, τον ίαμβο του δράματος με τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τη μελωδία με την συμπαντική ουρανοβασία του Αυγερινού. «Το αστρούιν της αυκής» εισήγαγε στις συλλήψεις του Ρωμανού και του Πισίδη, τον μεσότονο του Ακριτικού, τον ανάπαιστο του λαού, τους στίχους του Κορνάρου, του Χορτάτζη, του Ρήγα , τον τροχαίο του Ύμνου του Σολωμού. Οι μετρικοί ρυθμοί είναι οι νότες της μουσικής των Ελλήνων. Ο αρχέγονος Έλληνας πριν αρχίσει να γράφει τραγουδούσε. Τον έρωτα, την ελευθερία, τον πόθο, το πάθος, την ζωή, τον θάνατο, την προσδοκία, το όνειρο. Με τον Πίνδαρο, τον Ανακρέοντα, την Σαμφώ, τον Τυρταίο. Και βρήκε τον ρυθμό που του ταίριαζε γιατί έδινε φτερά στην υπαρξιακή του έκφραση και του όριζε την νομοτέλεια στον Αριστοτελικό λόγο,το ήθος και το πάθος.

Αυτός ο ρυθμός που διέπει την ελληνική νομοτέλεια, τη σκέψη και τον λόγο, φώτισε την ψυχή με τις ιδέες και τις εξάρσεις στον στοχασμό και στην ελπίδα. Ελευθέρωσε τους οραματισμούς του νου και δίδαξε τον λαό να τραγουδά την ανώνυμη δημοτική ποίηση, τη θεία κοινωνία του ζώντος ύδατος της ζωής, που τους στίχους της ο Αύγουστος Φωριέλ χαρακτήρισε «σαν τριανταφυλλάκια στο περιβόλι των μουσών».

2

Ήταν, λοιπόν, επόμενο, ο ενιαίος συλλογικός ρυθμός του χρόνου, να εμπνεύσει τη μουσική του δικού μας απολυτρωτικού ξεσηκωμού της ΕΟΚΑ. Όπως ενέπνευσε τον Ελληνισμό των Μέσων Χρόνων με τον Ακριτικό Κύκλο, τον επαναστατικό με τα Κλέφτικα, τον νεότερο με τις εθνικές εξορμήσεις, τον Μικρασιατικό με το λυγμό του ’22. Κι ο ρυθμός ο παμπάλαιος φλόγισε τη μάνα της λυτρωτικής εποποιίας να κατευοδώσει το γιο της στ’ αντάρτικα βουνά, την Αντωνού να ευλογήσει τον Γρηγόρη που ορειβατούσε στη δόξα, την Φλουρέντζα να τραγουδήσει τους δυο χαμούς, του Ανδρέα και του Γιωρκή : « κάθε σαράντα τζι’ έναν γιον διώ εις την πατρίδα τζιαι εύχομαι πως γλήγορα θα δω ελευθερίαν».

Ήταν μια εκπληκτική διαδοχή στο τρεχαλητό των αιώνων. Ο αντίλαλος του κλάματος της Ανδρομάχης  από την   ενάλια τρωική ακτή, του θρήνου από την Αυλίδα, του επιθανάτιου σπαραγμού από το Ζάλογγο, των ρυθμών που μεταπηδούν μαγικά στα «γλυκοβύζαστα» στήθεια της Ελληνίδας του Σολωμού και, βέβαια, της Κυπρίας αγωνίστριας μάνας, σαν γλυκολαλεί  τον πόνο στην κιθάρα της προσμονής,  συνθέτοντας τον πόθο στην ιερή υμνωδία της λευτεριάς.

Και ο ρυθμός από το τραγούδι της μάνας μεταδίδεται όπως το γάλα της στις καρδιές των παιδιών της. Ο γιος παίρνει μαζί του στα βουνά, στις μάχες, στις αναζητήσεις, στους αγώνες, μαζί με τις ευχές τον λυρισμό της μάνας. Κουβαλάει τη μουσική της στα βασανιστήρια για να γλυκαίνει τη φρίκη, στις φυλακές για να απαλύνει τους καημούς, στα Κρατητήρια για ν’ ανδρώνει τη διεκδίκηση. Την αξίωση που αχολόησε σαν εμβατηριακή ελπίδα από την Κοκκινοτριμιθιά, την Πύλα, το Πολέμι, τις Κεντρικές Φυλακές κι έδινε φτερά στη νιότη. Και φούντωνε τη φλόγα της επανάστασης, υποδαυλίζοντας τη θέληση της αποτίναξης

3

του δουλικού ζυγού. Και θέρμαινε τις καρδιές και φούσκωνε τα ευρύστερνα στήθεια, και συμπάλιζε την απόφαση της απόδρασης, και υμνούσε τον ηρωισμό των δραπετών που έπεφταν στην σκυταλοδρομία με το θάνατο, και λίπαιναν με το αίμα τους τη γη να καρπίσει  λευτεριά.

Οι 3.362 Πολιτικοί Κρατούμενοι, οι 1114  Κατάδικοι, οι 300 αντάρτες, οι 39 θανατοποινίτες, οι 9 μελλοθάνατοι, οι 14 που   πέθαναν στα μπουντρούμια των βασανιστηρίων στην Ομορφίτα, στο Σπέσιαλ Μπραντς, στις Πλάτρες, στο Ρετ Χάουζ, στην Αμμόχωστο, στη Λίμνη, ο Φώτης, ο Ευαγόρας, ο Βασίλης, η Αυγή,  έκλαιγαν και τραγουδούσαν. Και το τραγούδι τους το αγκάλιαζε ο νους του Λουκή Παγώνη, η καρδιά του Φρίξου Ιωαννίδη, τα στήθη του Μέλιου Ιωαννίδη, οι νότες του Νίκου Μουσιούττα, η λογέρα  του Λούκα Αναστάση, ο θυμός του Νικόλα Αβραάμ, ο θρήνος του Νίνου Μικελλίδη, η λύρα του Μιχαλάκη Πισσά, ο στοχασμός του Γιάννη Κομμοδάτου, ο λυρισμός της Τούλας Χαραλάμπους, ο συναισθηματισμός του Στέλιου Κοιρανίδη, οι συλλήψεις του Γιάννη Σπανού,  η νοσταλγία του Χριστάκη Ελευθερίου, ο θαυμασμός του Γιώργου Έλληνα,η ελπίδα του Θεόδωρου Αδάμου, η αγάπη του Στέλιου Παπακώστα, ο πόνος του Δήμου Βρυωνίδη, ο πόθος του Ονησίφορου Αντωνίου, η ηρωική θέληση του Μιχαλάκη Παρίδη, για να τα συνθέσουν παιάνες εις αιωνίαν δόξα  του «άνθους της Κυπριακής Νεολαίας» όπως χαρακτήρισε τους Πολιτικούς Κρατουμένους ο Διγενής, σε μια σημείωση θαυμασμού του αγωνιστικού πάθους της έγκλειστης νεότητος του Αρχηγού της ΕΟΚΑ. Τα 182 ποιήματα της σκλαβωμένης γενιάς συνθέτουν την μελωδία της δόξας του’55. Οι αγωνιστές αξιοποίησαν κατά τρόπο θαυμαστό τα ποιητικά νάματα που κληρονόμησαν. Την ποίησή τους έστελναν με το «γρηγοροστράτι» ( έτσι βάφτισα το μυστικό ταχυδρομείο)

4

Με τα κολλημένα τεχνουργήματα που «απελευθέρωναν» τα ποιητικά έργα τους για να προωθηθούν στην εφημερίδα «Κύπρος» και στους «Καιρούςτης Κύπρου» προς δημοσίευση, για να τα δημοσιεύσουν ο Γιάννης Κυριακίδης, ο Θαλής Παπαδόπουλος,  ο Δώρος Σ. Χρίστης- Ιγερινός, ο Άντης Περνάρης, ο Κύπρος Χρυσάνθης και μετά από χρόνια να τα αναζητήσει ο Ανδρέας Σοφοκλέους κι επεκτείνοντας την ήδη μεγάλη εκδοτική  δημιουργία του, ν’ αφυπνίσει την μνήμη και να παραδώσει στον κόσμο την «Έγκλειστη Ποίηση των Φυλακών και των Κρατητηρίων 1955-59», σ’ ένα καλαίσθητο τόμο 280 σελίδων  ανθολόγησης  με έργα 117 αγωνιστών, που εκπηγάζουν από την τραγική αγωνία και τους στεναγμούς, τις πίκρες και τους καημούς των εγκλωβισμένων στα χιτλερικά δεσμωτήρια, όπου βρικολάκιασαν τα μαρτύρια των ΕΣ-ΕΣ και της Γκεστάπο του αλήστου μνήμης ναζισμού και της τρισάθλιας μεσαιωνικής βαρβαρότητας.

ΚΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Τα έργα είναι δυνατόν να καταταγούν στις ακόλουθες κατηγορίες από το δεσμωτήριο που γράφτηκαν:

  1. Των ανακριτηρίων. Ελάχιστα έργα.
  2. Των Φυλακών. Της Κρεμάλας. (Πολιτικοί Κατάδικοι)
  3. Των Κρατητηρίων Κοκκινοτριμιθιάς. (Πολιτικοί Κρατούμενοι άνευ δίκης).
  4. Των Κρατητηρίων Πύλας.
  5. Των Κρατητηρίων Πολεμίου
  6. Των άλλων Κρατητηρίων ( Μάμμαρη, Πυροϊου, Περγάμου, Λίμνης, Δεκέλειας) των υπό απόλυση.

Επειδή «με πέρασανσαν μαύρο», κατά τον Αιμίλιο Πατσαλίδη, από όλο τον κύκλο κράτησης με τον αριθμό Πολιτικού

5

Κρατουμένου 1353, παρατηρώ:

Στους θαλάμους βασανιστηρίων υποφέρεις ψυχικά και σωματικά. Σκέφτεσαι, προσεύχεσαι, μπορεί να συνθέτεις στο μυαλό σου, αλλά δεν γράφεις. Περιμένεις να σε φωνάξουν για ν’αρχίσει το μαρτύριο. Αν σε τοποθέτησαν έξω από το θάλαμο βασανιστηρίων κι ακούς τις οιμωγές των βασανιζομένων προσεύχεσαι ασταμάτητα. Κι όπως περνούν οι ώρες και βλέπεις κάθιδρους τους βασανιστές, παρακαλείς να σε πετάξουν μεταξύ σφύρας και άκμονος, να σε δέσουν στον τροχό των μαρτυρίων κι αν επιζήσεις να τελειώνει η δραματική δοκιμασία σου.

Στις Κεντρικές Φυλακές ζης δίπλα στην Κρεμάλα. Βαθύς ο επηρεασμός από τους απαγχονισμούς, τις ζητωκραυγές, τα εμβατήρια, τις αποχαιρετιστήριες υμνωδίες, τα επιθανάτια δράματα. Βιώνεις τον εφιάλτη των 39 θανατοποινητών. Οι Άγγλοι κρέμασαν 9. (τους : Ανδρέα Δημητρίου, Μιχαλάκη Καραολή, Ανδρέα Παναγίδη, Μιχάλη Κουτσόφτα, Στέλιο Μαυρομμάτη, Ανδρέα Ζάκο, Θεοδόση Μιχαήλ, Ιάκωβο Πατάτσο και Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Οι άλλοι 30 ανάμεναν στο ραντεβού με τον θάνατο. Κι η αναμονή τραγική. Δράμα.

Ποιήματα έγραψαν Πολιτικοί Κατάδικοι αλλά και μελλοθάνατοι. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο Μιχαλάκης Καραολής. Εκείνοι που ήδη αιωρούνταν προς τα ουράνια δώματα του ηρωικού πανθέου, ένιωθαν τη θέρμη της αθανασίας να δοξάζει την ψυχή τους και μελωδούσαν τα αγγελικά τροπάρια των Χαιρετισμών στην ελευθερία.

Ο εγκλωβισμός σε κελί στις Φυλακές σε πνίγει μέχρι να το συνηθίσεις. Αρχικά υποφέρεις από δύσπνοια. Δέν χορταίνεις την αναπνοή σου. Σκέφτεσαι πολύ, ιδιαίτερα τα πρόσωπα από τα οποία σε χώρισαν. Σε κυριαρχεί αδημονία και θλίψη.

6

Αρχίζεις να  υπολογίζεις τον χρόνο και να αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου έρμαιο της καθορισμένης μοίρας σου. Γράφεις μετά την πρώτη περίοδο φυλάκισης.

Αν σε μεταφέρουν στα Κρατητήρια, μόλις σου βγάλουν τις χειροπέδες αρχίζεις να  ηρεμείς, ιδιαίτερα όταν σε παραλαμβάνει ο συναγωνιστής θαλαμάρχης και σε πληροφορεί ότι βασανιστήρια δεν υπάρχουν πια. Σου φέρνουν έναν καφέ, αν υπάρχει, ένα ποτήρι νερό, σε…ξεναγούν, σε πληροφορούν με τα απαραίτητα. Στη διάρκεια της νύκτας δεν υπάρχει δυνατότητα εξόδου από την παράγκα. Για ώρα ανάγκης υπάρχει ένας κουβάς που εκκενώνεται κάθε πρωί εκ περιτροπής από τους Κρατουμένους. Κατά τη μέρα μπορείς να περπατήσεις στο ελάχιστο άδεντρο περιαύλιο. Με τη δύση του ήλιου οι πόρτες κλείνουν. Απαγορεύεται επί ποινή θανάτου η είσοδος στις νεκρές ζώνες. Ο φρουρός στον πύργο σε σημαδεύει με το «Μπρεν». Το βράδυ οι προβολείς φωταγωγούν τους χώρους. Για επισκέψεις στέλλεις ένα δελτάριο με τα ονόματα  για έγκριση. Βιβλία μπορείς πάρεις από τους 3 επισκέπτες σου. Διαβάζεις καθισμένος στο κρεβάτι σου ή έξω στο κατάξερο χώμα. Αν θέλεις να γράψεις χαρτί να σε προμηθεύσουν οι επισκέπτες σου.

Στην Κοκκινοτριμιθιά απέναντι έβλεπες δέντρα, μερικά κυπαρίσσια. Το χώμα ήταν κόκκινο. Μακρυά περνούσε ο δρόμος. Έβλεπες τα αυτοκίνητα. Στην εξέγερση της Μεγάλης Πέμπτης του 1958 οι Άγγλοι «κοκκινοσκούφηδες» μας  βασάνιζαν και μας εξευτέλιζαν μαζικά. Ορμούσαν αθόρυβα

7

στην παράγκα και μας χτυπούσαν με στολίθια και υποκοπάνους όπλων, έσπαζαν πλευρά, κεφάλια, χέρια, πόδια.  Μας εξανάγκαζαν να γυμνωθούμε στην αυλή…Οι ποιητές έγραφαν στον εφιάλτη καθισμένοι στο χώμα.

Αντίθετα στην Πύλα ούτε ένα δέντρο μακρυά, ούτε δρόμος. Ερημιά, ξεραίλα. Ο διοικητής σκληρός, άγριος. Η ατμόσφαιρα σε συμπίεζε. Οι δεσμοφύλακες σου έσπαζαν τα νεύρα. πολεμο Προκαλούσαν συγκρουσιακές παρορμήσεις. Στη σύγκρουση του Οκτωβρίου 1957 εξελίχθηκαν ομηρικές μάχες με τον στρατό στα διαμερίσματα G και F. Σκοτώθηκε ένας Άγγλος.

Εκεί στο G  μυήθηκα στον Νίτσε. Ο Αχιλλέας Ιάσονος, με το στασμένο στέρνο από την Ομορφίτα του Μέρλιν και του Μακλόκλαν, είχε βιβλία του φιλοσόφου. Διάβαζα επί ατέλειωτες ώρες. Είχε χαράξει στο χώμα και τα…φρύδια του Νίτσε με αγριόχορτα. Ήταν το … εντευκτήριό των συζητήσεών μας. Εκεί έγραφα κυρίως άρθρα και στίχους καμιά φορά (σελ 58).

Η ζωή των 3.362 Πολιτικών Κρατουμένων άνευ δίκης ήταν ένα αδιάκοπο δράμα. Δεν ήξερες αν ποτέ θα σε απολύσουν. Απάνθρωπο μαρτύριο χωρίς τέλος. Οι Άγγλοι απέκλεισαν το δικαίωμα της ελπίδας από τα θύματά τους. Κι οι αγωνιστές μεταποίησαν σε λυγμό το τραγούδι. Και την οργή σε παιάνα. Την αξίωση σε εμβατήριο. Και τη θηριωδία της αγγλοκρατίας σε ιαχή νίκης που στεφάνωνετην ηθική του αγώνα.

Το έργο του Ανδρέα Σοφοκλέους είναι μνημειώδες. Διασώζει μεγάλες στιγμές του πνεύματος της ΕΟΚΑ. Μεταδίδει μέσα στον χρόνο το τραγούδι του πόνου, του παραπόνου, του πάθους και της απαίτησης. Διαιωνίζει το μυστικό της αντοχής και της

8

επιμονής. Αποκαλύπτει την εξίσωση της επιβίωσης στην τραγωδία. Την ακράδαντη πίστη στον Θεό.Και ναι μεν δεν αμφισβητώ τη σημασία της ιστορικής λεπτομέρειας, αλλά η διατήρηση του ρυθμού της σκέψης και του συναισθήματος, αν δεν αποτυπωθούν από τις πρωτοπηγές μοιραία χάνονται στο χάος του ατέρμονα χρόνου. Αυτή την ανάγκη μόχθησα να διασώσω στη μνήμη με την αναζήτηση των στοχασμών των ανθρώπων με τις έρευνες, τις συνεντεύξεις, τη συγγραφή 50 βιβλίων και δεκάδων χιλιάδων άρθρων, ερευνών, ομιλιών και ιστορικών δραμάτων επί αδιάλειπτη εξηκονταετία. Και με τις επί δεκαετία δισέλιδες Κυριακάτικες δημοσιεύσεις στην εφημερίδα «ΑΓΩΝ», με τις οποίες επετεύχθη η διασταύρωση, συμπλήρωση και επικύρωση της ακριβείας των ατομικών και ομαδικών πληροφοριών, που για πρώτη φορά γίνονταν, με αποτέλεσμα να αποφεύγονται οι προσωπικές παραμυθολογίες των εμπόρων του αγώνα και των ιδιοτελών επιχειρήσεων του οποιουδήποτε κερδοσκόπου της ιστορίας. Όλα τα κατέθεσα στο ΣΙΜΑΕ πριν ακόμα αρχίσω τη συγκρότηση του Ιστορικού Αρχείου το 1996. Τα δημοσιεύματα, οι μαγνητοφωνήσεις, οι οπτικογραφήσεις, τα τυπογραφικά δοκίμια και ιστορικές βιντεοταινίες του Ιστορικού Αρχείου Γιάννη Σπανού με σπάνιο υλικό,  τα κατέθεσα στο ΣΙΜΑΕ και ήταν οι βάσεις του μετέπειτα έργου.( Η σημείωση για τον ανεύθυνο ισχυρισμό ασπόνδου φίλου ότι στη συγγραφή μου χρησιμοποίησα υλικό του Αρχείου, ανύπαρκτου, νοείται, όταν παραδόθηκαν τα δοκίμια πριν το 1992, στο τυπογραφείο «Μέλισσα» Ασπροβάλτας. Το ΣΙΜΑΕ ιδρύθη το 1994 και το Αρχείο από το 1996).

9

Μ’ αυτό το πνεύμα επισημαίνω την αξία της πολύχρονης έρευνας του Ανδρέα Σοφοκλέους και του επιτεύγματος ανεύρεσης και συλλογής της ποιητικής δημιουργίας των έγκλειστων αγωνιστών στα Κρατητήρια και στις Φυλακές».Η έγκλειστη Ποίηση 78 ποιητών από την εφημερίδα «Κύπρος» και 39 από τους «Καιρούς της Κύπρου», οφείλουν τη διάσωσή τους στην επίπονη έρευνα και έκδοση του Ανδρέα Σοφικλέους. Ίσως να χάνονταν τα ποιητικά πολλών αγωνιστών. Μερικοί από τους ποιητές συνέχισαν την πνευματική τους δράση. Ο Λουκής Παγώνης είναι ο διεθνώς γνωστός δικηγόρος Λουκής Παπαφιλίππου ( 20 ποιητικές συλλογές), ο Φρίξος Ιωαννίδης Πανεπιστημιακός στην Ιρλανδία, ο Γιάννης Σπανός, Φιλόλογος- Ιστορικός- Συγγραφέας  (50 βιβλία, δεκάδες χιλιάδες άρθρα), ο Στέλιος Κοιρανίδης, ο Μέλιος Ιωαννίδης, ο Νίκος Μουσιούττας, ο Τάκης Χατζηνικολάου…

Τα έργα τους μεταδίδονται όπως τους ήχους μακρυνής μουσικής  που άνεμος απαλός μεταφέρει στον κάθε καιρό, κάνοντας τους ανθρώπους να ακούουν μέσα στη νύχτα τις φωνές θρύλων από το υπερπέραν, περασμένων, άγνωστων, αόρατων κόσμων…

Comments are closed.