0

Οι επετειακοί θίασοι πέρασαν με τις εξαίσιες  μουσικές τους και τις φωνές, τους πολιτικούς λαρυγγισμούς και τους λόγους όσων κοιτούν την ιστορία με εντιμότητα και διατηρούν την αλήθεια με την ειλικρινή υπόστασή της, αλλά υπάρχει πάντα η άλλη όψη των πραγμάτων που κάποιοι ρήτορες παραμερίζουν, επειδή προκαλεί πικρίες και εγείρει ευθύνες. Κι αυτές τις ευθύνες τις αποφεύγουν, γιατί κρύβουν μέσα τους κατηγορίες που αναμοχλεύουν νυγμούς  συνειδήσεων και ενίοτε δυσάρεστες μνήμες που εκθέτουν συμπεριφορές ανάρμοστες όσων επιπλέουν καβάλα στα φέρετρα των ηρώων και αρμέγουν όφελος από τη δόξα. Και είναι βάναυση η επιμελημένη λήθη των επιλησμόνων που ξεχνούν το ρόλο της αχαριστίας όταν επισύρει καταδικαστικές ετυμηγορίες όπου στιγμάτισε άτομα και ομάδες. Και για τους προγόνους η αχαριστία είναι το χειρότερο των εγκλημάτων. Εν προκειμένω είναι ωφέλιμο να θυμηθούμε τη νομοθετική συνέλευση των Αθηναίων. Συνάχθηκαν να ψηφίσουν νόμους. Ονόμαζαν μια παρανομία και ανάλογα απέρριπταν ή κατάγραφαν την ποινή. Πυρπόλησες την περιουσία του συμπολίτη σου; Τόση η τιμωρία στα μεταλλεία του Λαυρίου και ούτω καθεξής. Μέχρι που κλήθηκαν ν’ αποφασίσουν για την ποινή της δολοφονίας. Εισήγηση ήταν ο θάνατος. Σκότωσες; Στο ικρίωμα από την Πολιτεία. Ήταν έτοιμοι οι νομοθέτες να υιοθετήσουν δια βοής την ποινή αλλά διαφώνησε ένας γέρος με την εξής δικαιολογία: Αν στο φονιά επιβάλουμε την εσχάτη των ποινών, ποια ποινή θ’ απομείνει για τον αχάριστο; Οι παριστάμενοι πάγωσαν. Η παρατήρηση ήταν καταπέλτης δικαιοσύνης. Διέκοψαν τη συνέλευση και επανήλθαν σε άλλη συνεδρία με απόφαση: Στον φονιά να επιβάλλεται η εσχάτη των ποινών. Όσο για τον αχάριστο δεν υπάρχει ποινή που δίκαια θα του επιβληθεί, γιατί η αχαριστία είναι το χειρότερο των εγκλημάτων! Ως εκ τούτου τον αχάριστο τον αφήνουμε στην τιμωρία των θεών!

Μ’ αυτές τις σκέψεις επανέρχομαι στο κακούργημα της αχαριστίας που σημάδεψε την μετεπαναστατική εποχή. Γιατί η αχαριστία επεδείχθη και από την Πολιτεία και από την κοινωνία, έναντι ανθρώπων που έδωσαν τα πάντα για την πατρίδα, έχασαν την ζωή τους και τις περιουσίες τους και «απέθανον επί της ψάθης», όπως έγραψαν οι κόρες των Θησέων απευθυνόμενες στη «σεβαστή διοίκηση» της απελευθερωμένης Ελλάδας του ’21. (Γ.Σπανός «Οι Κύπριοι Εθελοντές στους Εθνικούς Αγώνες» σελ 81»). Η αλήθεια βροντά και για τον τραγικό Φειδία Συμεωνίδη  που καλούμευθα να τιμήσουμε στις 29 Απριλίου στην Παναγία του Άρακα στα Λαγουδερά ( Γιάννης Σπανός, «ΕΟΚΑ» τ.2, σελ. 454-469).

Πολέμησε με αυτοθυσία και ανιδιοτέλεια. Βασανίστηκε φρικτά στα μπουντρούμια της Ομορφίτας. Μα δεν λύγισε. Κλείστηκε στα Κρατητήρια. Δεν έκυψε τον αυχένα. Δραπέτευσε. Ανέβηκε στο αντάρτικο. Διατάχθηκε να ζήσει από τον Αυξεντίου, ενώ ο σταυραετός του Μαχαιρά άνοιγε τα φτερά του για να μεσουρανήσει στους κόσμους της αχανούς αιωνιότητας και της ατελεύτητης δόξας. Μαρτύρησε ξανά στα μεσαιωνικά ανακριτήρια. Κλείστηκε στις Φυλακές. Σάπισε στα κελιά. Ένιωσε τη δροσερή του νιότη να μαραίνεται στις κακουχίες. Μα δεν γονάτισε.

Δοξάστηκε, αγαπήθηκε, θαυμάστηκε. Μα δεν πήραν αέρα τα μυαλά του. Πόνεσε, αρρώστησε, πείνασε, εγκαταλείφθηκε, έβλεπε το κορμί του να καταρρακώνεται, το σώμα του να φθείρεται, αισθανόταν τους πόνους να σουβλίζουν την ύπαρξή του. Μα ουδέποτε ζήτησε οτιδήποτε, ουδέποτε πήρε οτιδήποτε, ουδέποτε καταδέχτηκε οτιδήποτε. Χέρι επαιτείας δεν άπλωσε. Και πέθανε πάφτωχος, μόνος, άρρωστος, ανήμπορος, στην ανελέητη ερημιά ενός τρισάθλιου οικίσκου, όπου βρέθηκε πεσμένος, ξυλιασμένος, στο χωματένιο δάπεδο του παγωμένου και μοναδικού δωματίου, όπου τον έστειλε η αδιαφορία ενός κόσμου, στο  τελευταίο ραντεβού με το θάνατο. Ενός κόσμου που αποχαυνωμένος από τους εκκωφαντικούς ήχους του περιοδεύοντος θιάσου της κραιπάλης, ενός κόσμου που παρέπεε στους ρυθμούς  μιας αξιοθρήνητης Διονυσιακής λατρείας, ενός κόσμου μαγεμέμου από τα πυροτεχνήματα της χαμοζωής, που άφρονα τριγκλίζοντας έμαθε να ξεχνά και ν’ απαρνιέται αρχές ζωής και ζωντανά σύμβολα αξιών, αμφισβητώντας την ίδια την ανθρωπιά του, λησμονώντας το χρέος του και την υπόστασή του, εγκαταλείποντας τους δημιουργούς του, διαλαλώντας στην παραζάλη του τη ντροπή του.

Ο Φειδίας Συμεωνίδης πέθανε βαριά τραυματισμένος από την αχαριστία   εκείνων που ευεργέτησε με την παρουσία του, τίμησε με τη δράση του, ανέβασε με τις θυσίες του. Πέθανε αξιοπρεπής και περήφανος, αλλά θλιμμένος. Θλιμμένος, γιατί έβλεπε τον κόσμο που ονειρεύτηκε να χαλιέται, να καταρρέει, πριν καλά- καλά συνηθίσει να βηματίζει στους δρόμους που χάραξαν με το αίμα και τον πόνο τους οι μάρτυρες της λευτεριάς της πατρίδας μας. Ο Φειδίας Συμεωνίδης έφυγε απ’ αυτό τον κόσμο απογοητευμένος, γιατί ήξερε πως όταν ο κόσμος ξεχνά, η λήθη του είναι το προανάκρουσμα της επερχόμενης συντριβής του.

Βέβαια, ο Φειδίας δεν είναι μοναδική περίπτωση αχαριστίας. Κραυγαλέα η αχαριστία και έναντι της Νίτσας Χατζηγεωργίου που πέθανε δολοφονημένη (Γ. Σπανός, «ΕΟΚΑ»τ.3,σελ.121-129) και οικογενειών θυσιασθέντων που εγκαταλείφθηκαν στο έλεος του Θεού μετά τον αγώνα…Ας σύρουμε τα βήματα στο μνημόσυνο με την ελπίδα πως ο νεκρός θα μας συγχωρήσει. Και η αύρα της ανθρωπιάς θα δροσίσει όπως τότε τους πνεύμονές μας.

Comments are closed.