0

«Όλη  η δόξα όλη η χάρη άγια μέρα ξημερώνει και τη μνήμη σου το έθνος χαιρετά γονατιστό». Εμβατηριακοί στίχοι του Ιωάννη Σακελλαρίδη που φούσκωναν τα νεανικά στήθεια  και φούντωναν την επαναστατική έξαρση της νιότης που φλεγόταν απ’ τη φωτιά του ηρωισμού, στα χρόνια που η νιότη αξίωνε με διαδηλώσεις τη λευτεριά,  αντιπαλεύοντας με την ξένη τυραννία για το φιλότιμο και την αξιοπρέπεια. Ήταν λέξεις που ακτινοβολούσαν δύναμη και καμπάνιζαν μέρα-νύχτα ωραίους πόθους που ομόρφαιναν την ζωή και ορθοδρομούσαν την ελληνική ύπαρξη. Τότε οι λέξεις είχαν νόημα και στα χέρια της νιότης γίνονταν γροθιές και σπαθιά διεκδίκησης που μέστωναν την εφηβεία κι ύψωναν γίγαντες στον κόσμο των ιδανικών. Οι λέξεις μας έδιναν περιεχόμενο τότε και μας ετοίμαζαν για τον αγώνα που ξεφυσούσε από τις σπηλιές της ιστορίας και σφύριζε σαν τον άγριο βοριά από τις χαράδρες όπου γενιόταν η δόξα. Τα σπίτια στολίζονταν με λιθογραφίες του μεγάλου ξεσηκωμού κι από τα χείλη των γιαγιάδων ακουγόντουσαν τραγούδια – παραμύθια που θέριευαν το σωστό άνθρωπο. Γεννηθήκαμε και στυλωθήκαμε κοιτώντας τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Θεόδωρο Κολολοτρώνη, τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, τον Αθανάσιο Διάκο. Και κάναμε τα πρώτα βήματά μας στα χωματένια δάπεδα των σπιτιών και στις ιλαρές ανταύγειες από τις λάμπες πετρελαίου βλέπαμε τις φευγαλέες σκιές εκείνων που θα μας  οριοθετούσαν το δρόμο που σημάδευε την αφετηρία του χρέους. Η ατμόσφαιρα αναμόχλευε τις θελήσεις που κυκλοφορούσαν στο αίμα μας και που εμφυσούσαν μέσα μας παππούδες που  το πέρασμά τους από την ιστορία αγνοούσαμε. Τα ονόματά τους ήταν μυστικά, κανείς δεν τα ήξερε, δεν μας τα τραγουδούσε. Κι όμως ήταν παππούδες μας. Ηρωικοί πρόγονοι που στεφάνωναν τη δόξα τους και τη μοίρα μας. Αναδύονταν από τους τάφους σαν τα καμπαναριά αχολογούσαν από τον Απόστολο Ανδρέα ως τον Ακάμα τους αντιλάλους της ελευθερίας. Τους τραγούδησαν οι πρωτοκαπετάνιοι της Επανάστασης του 1821, τους έψαλλαν ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, ο  Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Φιλόθεος Δημητσάνας κι ο Αθανάσιος οι Κύπριοι. Κι ο γιος του Χατζησάββα από το Στρόβολο, ο Αρχιμανδρίτης αντιστράτηγος της Επανάστασης, που είδε τον πατέρα του κρεμασμένο δυο φορές από τη συκαμιά, πλάϊ στο θειό του τον Δεσπότη και πήρε ορμή από την πνοή τους να πάει στο Μεσολόγγι ν’ αφήσει εκεί στους προμαχώνες τον βραχίονά του να δείχνει στον αιώνα πώς οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι.

Στην παλιγγενεσία του ’21 οι Κύπριοι προέλασαν και διατυμπάνισαν θρύλο την παλληκαριά τους σ’όλη την Ελλάδα. Στο Μωριά, στη Ρούμελη, στο Αιγαίο, στη Μακεδονία, στην Κρήτη. Ο Κωνσταντίνος Κανάρης θαυμάζει τον Ψαριανό τον Κύπριο που έπεσε πολεμώντας δίπλα του στο καράβι. Μνημονεύει το γιο του που έπεσε κι εκείνος σε μάχη. Ο Μακρυγιάννης θυμάται τον Μιχάλη που θυσιάστηκε στους Μύλους. Και γράφει πως ήταν ο μόνος εθελοντής που  έπεσε στη θάλασσα για να ζητήσει βοήθεια στη Σφακτηρία. Τον πυροβολούσαν και άφοβος πάλευε με τα κύματα ώσπου μισοπεθαμμένος έφτασε στον προορισμό του. Κι ο Γέρος του Μωριά πλέκει το εγκώμιο του Νικολάου Θησέα,( επαναστάτη και του Ιουλίου 1833), που κατέθεσε τον πλούτο του για τη μεταφορά των φιλελλήνων, του Ταρέλλα, του Δάνια κι άλλων πολλών στα πεδία των μαχών και πολεμώντας με τον Δημήτριο Υψηλάντη δόξασε το μεγαλείο των Θησέων.Ο Μαυρομιχάλης, ο Κολοκοτρώνης, ο Σταματελόπουλος, υμνούν τον πολεμιστή της Τριπολιτσάς Γεώργιο Κυπραίο,τον λοχαγό Ιωάννη Κύπριο, πολεμιστή στο Ναύπλιο, στον Πειραιά, στα Δερβενάκια και στις ναυμαχίες Ερισσίου, Μυτιλήνης, Σπετσών, Σάμου, Ρόδου. Ο Αγγελής Μιχαήλ ήταν με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στον Ιερό Λόχο, στο Δραγατσάνι κι ύστερα, επί κεφαλής 50 στρατιωτών πολέμησε στο Ναύπλιο, στην Κόρινθο,στο Κρομμύδι. Στην Κάριστο, στο Χαϊδάρι,στη Χίο, στη Ναύπακτο, «ως λοχίας, ο ανδρειότερος και γενναιότερος», στο Πέτα, στο Νεόκαστρο, στο Ναυαρίνο, στην Κρήτη και αλλού. Ο Χαράλαμπος Μάλης συγκεντρώνει τον θαυμασμό του Παπαφλέσσα, του Κολοκοτρώνη, του Μαυρομιχάλη,του Μαυροκορδάτου, του Χαραλάμπη, του Ζαϊμη, του Νοταρά, του Υψηλάντη, του Γρίβα, του Νικηταρά κι άλλων θρυλικών πολέμαρχων που κάρφωναν στην αιχμή του σπαθιού την ανθρωπιά τους κι εμπιστεύονταν στην ιστορία την αξιοπρέπειά τους.

Οι Κύπριοι επαναστάτες του 1821 δεν μας ήταν γνωστοί. Δεν μαθαίναμε τα ονόματα και τις θυσίες τους από  βιβλία. Κι  όταν βρέθηκα στα άδυτα των αδύτων των 25 χιλιάδων χειρογράφων στην Εθνική Βιβλιοθήκη, καταλήφθηκα από δέος. Επί σειρά ημερών μελετούσα τα ΑΧΕΒ και ξεχώριζα όσα αναφέρονταν στους Κυπρίους. Πέτυχα έγκριση φωτογράφισης από ειδική  αρχιτέκτονα και έφερα μαζί μου 80 τεκμήρια που δημοσίευσα στο έργο «ΟΙ ΚΥΠΡΙΟΙ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ AΓΩΝΕΣ», με τους καταλόγους του Ελληνικού Προξενείου και την κατάσταση των απαγχονισμών και των καρατομήσεων του Ιουλίου 1821. (Έκθεση στα Κρατητήρια). Και οι φάλαγγες των αγνώστων ηρώων της Επανάστασης προκαλούν έκσταση. Ονόματα πρωτάκουστα από πόλεις και χωριά της σκλάβας Κύπρου, εθελοντών  που εκποιούσαν τις περιουσίες τους, πήγαιναν στην Ελλάδα και πολεμούσαν, έπεφταν στις μάχες και πέθαιναν πάφτωχοι «επί της ψάθης».Και σήμερα, υπερχίλιες ιερές σκιές παρελαύνουν σιωπηρές αναμένοντας μνημόσυνα ευγνωμοσύνης από τους επιγόνους…

Comments are closed.