0

Μπορεί η εμπειρία, σε κοινωνίες ειρηνικές και απόλεμους καιρούς, νά ‘ναι πολυτέλεια για τον πολιτικό. Να μην είναι πλεονέκτημα πρωταρχικής σημασίας. Αλλά σε χώρες όπως η δική μας, με ορατή και βοώσα την εχθρότητα και εκρηκτικούς τους υπαρξιακούς κινδύνους που την στραγγαλίζουν, οι εμπειρίες του πολιτικού είναι αναγκαίες σε υπερθετικό βαθμό και βασικές προϋποθέσεις ιστορικής διάρκειας της πατρίδας. Γιατί χαράσσουν ρότες πλεύσεων που σώζουν από προσκρούσεις σε ξέρες, γιατί επιβάλλουν όρους προγραμματισμού και δράσης. Οι Ρωμαίοι δεν άφηναν τον χρόνο να περάσει χωρίς υπολογισμό της επομένης, χωρίς πρόγραμμα ενέργειας. Nulla dies sine linea ήταν η παρότρυνση που κληρονόμησαν στον κόσμο. Να μην περνά μέρα χωρίς πρόγραμμα. Αντίθετα, οι αιώνιοι Έλληνες, ήταν και παραμένουν απρογραμμάτιστοι. Ενδιαφέρονται για το σήμερα και «ες αύριον τα σπουδαία». Και στην αύριον καραδοκούσαν οι καταπέλτες. Όσο για την απειρία, ταυτόσημη με την ανωριμότητα, στην πολιτική ιστορία ήταν η νάρκη που προκάλεσε αλλεπάλληλα ναυάγια και πάθη θανατηφόρα στον λαό μας. Και το παρελθόν των δεκαετιών της κουτσοανεξαρτησίας μας είναι γεμάτο αποδείξεων. Στο πηδάλιο του σκάφους συνήθως βρίσκονταν άπειροι καπετάνιοι που έριξαν το πλοίο στα βράχια. (1959, 1963, 1974, 1983…). Ήταν οι ευνοούμενοι του άσοφου λαϊκού αυθορμητισμού και της προσωπικής εγωπάθειας, που στερούμενοι εμπειρικής σοφίας ήταν πλημμυρισμένοι από αυταπάτες, απoδεικνύοντας τον αφορισμό του Μπακόβσκι για την αυτοπεποίθηση.

Εμπιστευτήκαμε πολιτικούς που δεν άξιζαν εμπιστοσύνης. Ο φανατισμός των πολλών μετέτρεψε τον εγωισμό τους σε εμπρηστικές ρητορικές εξάρσεις που οδήγησαν στην προσωπολατρεία και σε ψευδαισθησιακό ναρκισισμό. Νόμισαν πως αποτελούσαν τους άξονες πέριξ των οποίων περιεδινούτο η υφήλιος. Άπειροι και άσχετοι της πολιτικής οπτασιάζονταν την παντογνωσία που ο πλανόμενος κόσμος καταχειροκροτούσε σαν σοφία! Το διέβλεψε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και το διετύπωσε στο άρθρο του στην «ΕΣΤΙΑ» (9 Μαρτίου 1895), επιρρίπτοντας ευθύνες στον λαό για τις επιλογές του και αποκαλώντας τον θεομπαίχτη. Διότι ανέβαζε κυβερνήτες άχρηστους (Βούλγαρης, Ράλλης κ.ά) που έσυραν σε εθνικές συμφορές, όπως απεδείχθη στον πόλεμο του 1897. Όταν ο ερωτίλος και γυρολόγος βασιλιάς κι οι φαύλοι πολιτικοί, άπειροι, μισαλλόδοξοι και άσοφοι, κήρυξαν τον πόλεμο χωρίς να έχουν συναίσθηση των πραγματικοτήτων. Πως για να νικήσεις χρειάζεσαι εκπαίδευση, διοίκηση, εξοπλισμό, οικονομική αυτοδυναμία, πολιτική επάρκεια. Αν αναζητούσαμε ερευνώντας τις αιτίες των δυστυχιών μας, θα εντοπίζαμε την έλλειψη εμπειρικής γνώσης, την συνεπαγόμενη ελαφρότητα, την βλακώδη αυτοπεποίθηση των ανοήτων στο επίκεντρο της κακοδαιμονίας μας. Στο τράβηγμα της ανεξαρτησιακής(;) αυλαίας δεν δίδαμε προσοχή στην  πολεμική προπαρασκευή των Τούρκων για το πραξικόπημα των Χριστουγέννων του 1963. Στο δεύτερο επεισόδιο «πιστώναμε τη Χούντα με λογική». Η απειρία προκάλεσε οκνηρή απραξία και η άγνοια, γέννημα της αυταπάτης, θυματοποίηση στη χιονοστοιβάδα των  μοιραίων λαθών. Αν η πολιτική μας μετέτρεπε τον ιστορικό χρόνο σε σπουδαστήριο, θα μάθαινε ότι οι μεγάλοι ηγέτες επέλεγαν ισχυρά πνεύματα συμβούλων. Ο Ιουστινιανός συγκρότησε οικουμενικότητα σχηματίζοντας συμβουλευτικό σώμα από τον Τριβωνιανό, τον Ιωάννη Καππαδόκη, τον Βελισσάριο, τον Ναρσή. Επιλέγοντας ακόμα και τετραπέρατη σύζυγο, την Θεοδώρα, που με την εξυπνάδα της συνέτεινε στην νικηφόρα αναμέτρηση του Ιπποδρόμου. Ο Ναπολέων διόρισε σύμβουλο τον Ταλλεϋράνδο, έναν διάβολο διπλωματικών εμπειριών και πολιτικών ελιγμών. Να το επαναλάβω; «Μια μεταξωτή κάλτσα γεμάτη βόρβορο»( Σατωμπριάν), και κατά τον Ντιμουριέ «τον Ταλλεϋράνδο που πούλησε όσους τον αγόρασαν»! Ο Κέννεντυ κυριάρχησε στην επικράτεια της Αμερικανικής πλανηταρχίας και πέτυχε την συλλογική αγάπη, γιατί δημιούργησε συμβουλευτικό σώμα από έμπειρους και ικανούς εγκεφάλους. Κι εμείς ηττηθήκαμε κατά κράτος, γιατί αποχαλινώσαμε την καμαρίλα από  μακιαβελλικούς τύπους, σφογγοκωλάριους, να εκτρέπουν την μοίρα της πατρίδας. Ανεκτήκαμε ανίκανους, φανατικούς, άπειρους, αδοκίμαστους, τυχοδιώκτες,μαινάδες, να παρασύρουν πολιτικούς που έπαιζαν στα ζάρια σαν ζογκλέρ την τύχη των παιδιών μας, το μέλλον του λαού του οποίου η ανωριμότητα δεν ήταν άσχετη με την εκλογή των ηνιόχων της ζωής του. Στην δύστυχη Κύπρο ο δαίμων της αποτυχίας αδρανοποίησε την κοινή συνείδηση, υποβάλλοντας την αρνητική θεωρία του Μακιαβέλλι πως «ο πολιτικός πρέπει να βρίσκει  τις κατάλληλες ευκαιρίες να ψεύδεται, να κολακεύει, να εξαπατά, όταν το θεωρεί αναγκαίο». Σωστή κρίση να είχαν μερικοί από τους ηγέτες μας, θα άκουαν όχι τον ανατρεπτικό Ιταλό, τον Μακιαβέλλι ή τον Γάλλο διανοούμενο, τον Βολταίρο: «η πολιτική είναι η τέχνη της ψευδολογίας»  αλλά τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, τον Αριστοτέλη, που δίδασκε («Ηθικά Νικομάχεια») πως «ο κατ’ αλήθειαν πολιτικός, βούλεται τους πολίτας αγαθούς ποιείν» και όχι πειθήνια όργανα της εξουσιομανίας που εξαθλιώνει σε ευτελείς δούλους της ηγεμονικής ματαιοδοξίας. Σε δημόσιους υβριστές των πολιτικών αντιπάλων, εναντίον των οποίων σκορπά το μίσος και μάλιστα στη διεθνή σκηνή των συνωμοσιών σε βάρος της πατρίδας, εξευτελίζοντας το ήθος και εξαχρειώνοντας την ευγένεια της συμπεριφοράς στο δημόσιο λόγο. Τους εξωθεί στην αήθεια που λοιδορεί βάρβαρα και υποσκάπτει διεθνώς τον πολιτικό αντίπαλο. Είναι δείγματα της χρείας διαμόρφωσης απαραβίαστης ηθικής της πολιτικής στον δημόσιο βίο μας. Αυτά ας είναι κριτήρια ενώπιον της κάλπης και προς απαλλαγή της κοινωνίας μας από την κακοφημία της μισαλλοδοξίας και της κακοήθειας.

Comments are closed.