0

Όλα τα πολιτειακά συστήματα του εξελιγμένου κόσμου, πριν καθορίσουν την πολιτική τους, αξιολογούν τα δεδομένα, θετικά ή αρνητικά και ενεργούν ανάλογα με τα συμφέροντα του λαού που οφείλουν να υπηρετούν. Και οι ηγέτες δεν σκέφτονται με γνώμονα τις ναρκισσιστικές ψευδαισθήσεις και την απληστία των κύκλων της καμαρίλας που τους περιστοιχίζουν, αλλά το απρόσωπο συμφέρον του κόσμου που «δεν είναι δούλος ανθρώπου, ούτε υπήκοος κανενός», κατά την ερμηνεία του Τριτανταίχμη περί Ελλήνων, μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.(Ηροδότου Ιστορία, Η26).

Στη δική μας παρατεταμένη δραματική περίπτωση, η επί των πραγμάτων αντίκριση απεδείχθη ανάποδη. Δεν ίσχυσαν οι νόμοι της λογικής και του συμφέροντος της πατρίδας, αλλά οι προσωπικές παρορμήσεις όπως καθορίστηκαν στις Σεϋχέλλες από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο προς τον Πολύκαρπο Ιωαννίδη, στο διάλογο μεταξύ των δύο εκ των τεσσάρων εξορίστων. « Ερ: Πόσος είναι ο πληθυσμός της Κύπρου, Πολύκαρπε; Απ. 400.000. Μ: Ε, και οι τετρακόσιες χιλιάδες να μου πουν τι να κάνω, εγώ θα κάνω ότι μου κόψει αυτή, είπε ο αρχιεπίσκοπος δείχνοντας την κεφαλή του».

Έκτοτε η πολιτική καθοριζόταν σύμφωνα με «τι έκοβε αυτή» και ίσχυε η αλήθεια της δημοκρατίας του Κλεισθένη αλλά τον καιρό του Περικλή. Τύποις μεν δημοκρατία, ουσία δε ενός ανδρός αρχή.Και προέκυψαν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του Φεβρουαρίου 1959, χωρίς να ερωτηθεί ο λαός, όπως διαβεβαιωνόταν κατ’ επανάληψη και με περιθωριοποίηση  των όρκων της Φανερωμένης της 22ας Αυγούστου 1954 ενώπιον Θεού και λαού, της 7ης Μαρτίου 1953 στην Αθήνα και της ΕΟΚΑ. Και ανεσύρθη από τα χάη του χρόνου η προειδοποίηση του Μελησίππου, παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου (431π.Χ.): «Ήδε η μέρα τοις Έλλησι νέων μεγάλων κακών άρξει». Και ίσχυσε προσωποπαγής μεσαιωνική ηγεμονία (BBC), σαν γέννημα του «τι έκοβε αυτή, (Τηλεοπτική συζήτηση Α.Αζίνα- Γ. Σπανού στον «Λόγο»). Ο πρόεδρος αποφάσιζε χωρίς να ερωτά την «παιδική χορωδία» (χαρακτηρισμός   Θεμιστοκλή Δέρβη), αλλά με καταφανή επηρεασμό από τις εκάστοτε λονδρένζικες «συμβουλές». Διότι ουδείς εκ των επαϊόντων αμφισβητεί ότι η πολιτική του 1963, προήλθε από τον ύπατο αρμοστή της Βρετανίας (Στρατηγού Κωνσταντίνου Κόρκα, «40 καυτά χρόνια» σελ 119, Μακ: «συνεννοούμαι με τον Ύπατο Αρμοστή», Λευκωσία, 1963).

Ακολούθησαν η τουρκική πολιτική της αιματοχυσίας, η αδελφική διαμάχη, η χουντική προδοσία, η εισβολή, η κατοχή, τα μύρια κακά και η ραγιαδίστικη εξάρτηση  των επιγόνων, με την προσκόλληση στις «παρακαταθήκες» και τα μοιραία λάθη που απέκτησαν ουρά κομήτη. Τα  ιδεώδη που ύψωσαν στους θριάμβους της ιστορίας  απερρίφθησαν στους καλάθους της αυταπάτης. Η βοή της απελευθέρωσης κατάντησε φθίνουσα βραχνάδα δυο εκατοστιαίων κατάλοιπων των  τηλεβόων του κομματικού αντιαμερικανισμού, (Έγκωμη,διαδήλωση Νοεμβρίου 2017), με τις σημαίες στοιβαγμένες σε διπλοκάμπινο που ακολουθούσε, γιατί  δεν βρίσκονταν χέρια να τις κυματίσουν στον αγέρα. Καταπνίγηκαν στις άχαρες σκοπιμότητες τα συλλαλητήρια της ελευθερίας, η  μαχητικότητα της νεολαίας αλλαξοδρόμησε προς τα ορεινά θέρετρα, οι ιδεολογίες αντηχούσαν σαν μούρμουρο αντιλάλου, ο καταρρέων κομματισμός δεν χάραζε πορείες αλλά σύγχιζε με πισιθάνατες  υποχωρήσεις. Οι πόθοι, οι προσδοκίες, οι διεκδικήσεις, κατέληγαν στον τεράστιο κάλαθο των αχρήστων φλυαριών μιας θλιβερής, ολέθριας πολιτικής, που δεν εξέπεμπε πια φως αποκατάστασης της κοινωνικής διεκδίκησης, αλλά κατάντησε κουφάρι που έδειχνε λαό «θεομπαίχτη» (Ανδρέας Καρκαβίτσας 1895). Μάζα που επαναπαύεται  στον ατομισμό και αδιαφορεί για την κοινή μοίρα, την αξιοπρέπεια και την πατρίδα και εγκαταλείπει τα παιδιά της στον υπόκοσμο των παραισθήσεων, να παλαβώσει στον τάφο του μέλλοντος.  Αν ο κομματισμός με την αφελή, υστερόβουλη και γελοιοποιημένη δουλοπρέπεια σε νεκρές παρακαθήκες, επιδοθεί στη θρασύστητα της καυχησιολογίας , το μόνο που θα αφήσει στην ιστορία, θα είναι οι ασθενικοί απόηχοι από το μοιρολόϊ της αυτοκαταστροφής του. Εκτός κι αν αποκτήσουν ομόθυμη αξίωση οι εξαγγελίες του Προέδρου, (12 Νοεμβρίου στα Κρατητήρια), όπου ενώπιον ανθρώπων που μαρτύρησαν ανιδιοτελώς για την πατρίδα, διακηρύχθηκαν, με την ελπίδα πως θα σημάνει ξανά πολιτική απελευθέρωσης, που θα αποκαταστήσει την αξίωση της θέλησης των ιδανικών που κράτησαν το λαό μας ακμαίο στις αντιξοότητες των χαμένων χρόνων. Και είναι ιστορικά αναντίλεκτο ότι οπλοστάσια των αγώνων αποτελούν οι παραδοσιακές δυνάμεις των  ιδεολογιών. Χωρίς αυτές οι μάχες είναι εκ των προτέρων χαμένες. Δεν υπάρχουν, στην έκβασή τους, υποθέσεις νίκης,  που δεν εδραιώθηκαν στα κοινωνικά και εθνικά ιδεώδη που ενέπνεαν τους αγωνιστές. Γιατί οι ιδέες γιγαντώνουν τις πεποιθήσεις των μαχητών και  πυργώνουν σε απόρθητα κάστρα τα απαράγραπτα δίκαια των λαών. Συγκροτούν τα οπλοστάσια των πόθων των ανθρώπων. Ας απορριφθούν, λοιπόν, στους καλάθους των αχρήστων, οι κομματικές υστεροβουλίες, οι εγωιστικές εξουσιομανίες και οι εξαρτήσεις από  παρακαταθήκες που αποδείχτηκαν βλαβερές και ας πραγματωθούν ομόψυχες ανασυστάσεις των ηθικών δυνάμεων που φλόγισαν αγώνες και δόξασαν πατρίδες.

Comments are closed.