0

Μια εκπομπή του Σεπτεμβρίου διεπέρασε τη συνείδηση όπως το ηλεκτροσόκ. Κύριο θέμα ήταν οι παλιοί αθλητές της πρώτης εθνικής ομάδας της Κύπρου που γέροι πια κι ανήμποροι εμφανίστηκαν στην τηλεοπτική οθόνη «Capital- Δ.Σούγλης»,για ν’ αποκαλύψουν, χωρίς να το επιδιώξουν, το κατάντημα της ανθρωπιάς του 1959. Όταν ο λαός μας χαιρόταν την ύπαρξή του στην ατμόσφαιρα της αλληλεγγύης και της συμπόνιας. Όταν ο άθρωπος άπλωνε το χέρι της βοήθειας στον συνάνθρωπο κι η ζωή ευώδιαζε καλωσύνη. Είδαμε άντρες μιας αλησμόνητης εποχής, ακούσαμε ονόματα που στήριζαν φήμη και δόξα και σκορπούσαν περηφάνια στη νιότη. Ήταν οι ποδοσφαιριστές που όταν εισέρχονταν στα χωματένια γήπεδα, τα πλήθη τους υποδέχοναταν όρθια και ζητωκραύγαζαν. Πάμπος Χαραλάμπους που περπατούσε στηριγμένος σε ειδικό μεταλλικό «Π», Πανίκος Κρυστάλλης, γέρος ασπρομάλλης, Πάκκος με τα μετάλλια των κακουχιών από τους στίβους, κι ακούσματα όπως των θρύλων, Γρηγόρης Αυξεντίου, Αντώνης Παπαδόπουλος…Αθλητές καυχήματα που ενέπνεαν τη νιότη κι έκαναν υπερήφανο τον λαό. Κι ακούσαμε: δεν τους δίνουν ένα εισιτήριο για να παρακολουθήσουν ποδοσφαιρικό αγώνα! Αυτούς που κάποτε έκαναν την πατρίδα να τρέμει από συγκίνηση στα γήπεδα και ουρανομήκεις ιαχές τους αποθέωναν. Όταν ο Κρυστάλλης κι ο Ζάγκυλος κατέβαιναν στο γήπεδο της ΑΕΚ, η Φιλαδέλφια σειόταν από επεμφημίες. Όταν οι παίκτες της «Ανόρθωσης» περνούσαν από την «Κυψέλη», το Βαρώσι παλλόταν όπως την καρδιά της πατρίδας μας. Άτλαντες της εποχής τους, φίλοι ηρώων της ελευθερίας. Και σήμερα  κάποιοι απ’ αυτούς ζουν στον πόνο ξεχασμένοι από το κράτος. Η Πολιτεία τους λησμόνησε. Η εξουσία δεν επιτέλεσε το έναντί τους χρέος. Τους εγκατέλειψε στην παγωμένη λεωφόρο της δύσεως, να τρέμουν στο ψύχος της  μοναξιάς. Τους επεφύλαξε την τύχη πολλών αγωνιστών, που δεν έσπευσαν να προσκυνήσουν τα εκκολαφθέντα αφεντικά. Τους νεόπλουτους που ξεπούλιασαν με  την πρώτη αυγή της ψευτοανεξαρτησίας, έγιναν γαιοκτήμονες και πήγαιναν στα περιβόλια τους με πανάκριβα αμερικάνικα αυτοκίνητα. ΄Ηταν τότε που αδέκαροι ξεπήδησαν ζάμπλουτοι εν μιά νυκτί και αποφάσιζαν ποιος να εξασφαλίσει δουλειά και ποιος να πεινάσει. Δεν ξεχνώ τον παλιόφιλο και συναγωνιστή που δεν μπόρεσε να βρει μια απασχόληση να ζήσει την πάφτωχη μάνα του, αρμένισε στη Νορβηγία όπου πάγωναν στα μάγουλά του τα δάκρυα της δυστυχίας. Γιατί ο δερβέναγας του χωριού έγραψε «κ» δίπλα από τ’ όνομά του! «Κομμουνιστής»! Και το μυαλό σφυροκοπά, είναι μέρες τώρα, από τη ραγισμένη γέρικη φωνή του Αντρέα, παράλυτου, παλιού πολιτικού κρατουμένου, που είχε ανάγκη λίγα λεφτά για να ζήσει μερικές ακόμα μέρες. Πέρασαν 57 χρόνια από τα βασανιστήρια και χωρίς δουλειά επαιτεί για ένα κομμάτι ψωμί. Αν νοιαστεί κανείς κομματάρχης να τον ενημερώσω. Και το σπίτι της Τζυρκακούς που ανατίναξαν οι Εγγλέζοι στέγαζε στα ερείπιά του τρία παιδιά και την κατσίκα που το γάλα της μοιράζονταν οι καταζητούμενοι με τα μωρά! ( Γιωρκάτζης, Λένας, Αυγουστής, Δημητράκης)…

Οι εξουσίες αλλάζουν μάσκες. Θυμάμαι τον επαναστάτη του ’21 που ζητιάνευε στην πειραιώτικη εκκλησιά. Κι ήταν ο Νικηταράς ο τουρκοφάγος! Τον Ματρώζο, τον συναγωνιστή του Κανάρη! Και τη μνήμη κοπανούν οι υπότροφοι που μια πέτρα δεν έσυραν και περνούσαν άρχοντες στην Αθήνα, όταν λιμοκτονούσαν αγωνιστές που δεν προσκύνησαν. Θυμάμαι τη Νίτσα Χατζηγεωργίου που την δολοφόνησαν, πριν πεθάνει από την πείνα. Και τον Φειδία Συμεωνίδη που έσβυσε στο τσιμεντένιο δάπεδο οικίσκου από τσιμεντότουβλα στην τότε ερημιά της Ανθούπολης από έλλειψη φαρμάκων. Θυμάμαι οικογένειες που κινδύνεψαν να διωχτούν από τα σπίτια τους γιατί δεν μπορούσαν να ξοφλήσουν δάνεια που συνήψαν,όταν ξημεροβραδυάζονταν στις ενέδρες, στις μεταφορές του θανάτου. Θυμάμαι τομεάρχη της ΕΟΚΑ που θα διέκοπτε τις σπουδές του γιατί τερμάτισαν την υποτυπώδη υποτροφία που του είχαν προσφέρει για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Τον «Αχιλλέα» που δρασκελούσε τα άγρια διάσελα των ορέων για μεταφορά μηνυμάτων. Στα  βασανιστήρια τον ανάγκαζαν να καταπιεί αλατισμένες ελιές,του γέμιζαν το στομάχι νερό από τη μύτη και τον γρονθοκοπούσαν να το κάνει εμετό. Πάφτωχος, ορφανός, του αρνήθηκαν ένα ευτελές ποσό να επιβιώσει φοιτητής Ιατρικής. Θυμάμαι βιοπαλαιστή πατέρα που έβγαλε στην πώληση το χωραφάκι του για να συνεχίσει τις σπουδές ο γιος του που ήταν αντίπαλος του  ηγεμόνα. Θυμάμαι όλους τους δημοσιογράφους των αντιπολιτευομένων εφημερίδων. Μεσάνυχτα της 29ης Ιουλίου 1973 τους συνέλαβαν μπροστά στα μάτια των ανήλικων παιδιών τους, με τον ψευδή ισχυρισμό ότι έκρυβαν όπλα που ουδέποτε βρέθηκαν. Κάποιους έκλεισαν στα κελλιά των Κεντρικών Φυλακών όπου τους φυλάκισαν άνευ δίκης οι Εγγλέζοι!

Δεν λησμονώ έναν ταχυδρομικό υπάλληλο με κοντό χακί παντελονάκι στο γραφείο του, ορδινάτσα αστυνόμου. Έλυνε κι έδενε. Περιγελούσε ανθρώπους που ζητούσαν  τυπική εξυπηρέτηση αλλά ήταν αντιπολιτευόμενοι. Να θυμηθούμε και τους ευνοουμένους που από τις αλάνες, χωρίς να ψελλίζουν εγγλέζικα, ξεπηδούσαν «διπλωμάτες» και συζητούσαν με τέρατα της διεθνούς πολιτικής για τα δίκαια και τα συμφέροντα του λαού; Ή κλητήρες που κατέλαβαν υψηλές θέσεις κι έγιναν βεζύρηδες του κουβέρνου;

Να το καταλάβουμε: Τη σημερινή κατάντια μας γέννησαν η φαυλοκρατία, η  αναξιότητα.Κι  ο νεπωτισμός που τερατοποίησε την ανθρωπιά. Το κόσμημα του ελληνικού πολιτισμού.

Comments are closed.